Πέμπτη 7 Αυγούστου 2025

Γιάννης Η. Παππάς, Οι φρακασάνες

 


Στην ζέστη του Αυγούστου καθόμασταν δίπλα στο κύμα, στην παραλία της Άκολης στο Αίγιο, απολαμβάναμε τη δροσιά, που έφερνε το αεράκι και μπαινοβγαίναμε στη θάλασσα για να αντέξουμε. Κόσμος πολύς, τα τραπέζια δίπλα δίπλα με τους λουόμενους. Πολλές φορές σουρχόταν ο κώλος της αλληνής στη μούρη. Δεν στεναχωριέται βέβαια κανείς, γιατί το ωραίο πρέπει να θαυμάζεται. Τι να κάνεις όμως όταν ανάμεσα στις ωραίες και καλλίγραμμες παρουσίες κολυμπάνε και κάτι φακλάνες

Ξαφνικά, άκουσα έναν χοντρό άντρα, γύρω στα 50, να φωνάζει: Σύκα, ωραία σύκα, φρακασάνες.

Ταλαιπωρημένος, μούσκεμα στον ιδρώτα, με βρώμικο, στραβά κουμπωμένο και σκισμένο πουκάμισο, κρατούσε στα χέρια του δυο κεσεδάκια με σύκα.

Περνούσε ανάμεσα στις ξαπλώστρες και όλο έριχνε κλεφτές ματιές σε κανένα κωλαράκι ή και σε κανένα βυζάκι που ξεχώριζε από τα μαγιό καλλίγραμμων θηλυκών.

Λόγω της δουλειάς του δεν τον παρεξηγούσαν, έτσι που περιφέρονταν και, φυσικά παρατηρούσε.

Κοιτώντας, πολλές φορές, θα μπέρδευε τα γυναικεία γεννητικά όργανα, έτσι όπως ξεχώριζαν μέσα από τα ορθάνοιχτα πόδια, με τα σύκα που πουλούσε. Είναι γνωστό, φαντάζομαι όχι σ’ αυτόν, ότι το σύκο είχε από την αρχαιότητα και ερωτική σημασία, μια και σήμαινε το γυναικείο γεννητικό όργανο. Το πιο γνωστό απόσπασμα είναι από την Ειρήνη του Αριστοφάνη, όπου ο χορός αναφωνεί «του μεν μέγα και παχύ, της δε ηδύ το σύκον».[1] Ο Αρχίλοχος επίσης πειράζει την εταίρα Πασιφίλη με τους στίχους «τα σύκα της τα τρύγησαν πολλές κουρούνες».

Ακούγοντάς τον λοιπόν, να διαλαλεί την πραμάτεια του, ήρθε στο μυαλό το διήγημα του, Ηλείου διηγηματογράφου, Ηλία Παπαδημητρακόπουλου με τον τίτλο «οι φρακασάνες», όπου περιγράφει, με υποδόριο ερωτισμό, τις συναντήσεις του με μια συμμαθήτριά του, με σύμμαχο τα σύκα φρακασάνες.

Ο καρπός τους, για όσους δεν τα γνωρίζουν, έχει μέτριο μέγεθος και σχήμα αχλαδόμορφο. Ο φλοιός είναι πρασινοκίτρινος. Η σάρκα κεχριμπάρι και στάζει μέλι. Ωριμάζει κατά τον Αύγουστο.

Τα σύκα ήταν από τα καλά και πολλά φρούτα και στα δικά μας τα μέρη. Μαυράκια, καρβελάτα, τσαπέλες. Μόλις πρισκάλιαζαν[2] τα πρώτα, στις αρχές, τα ζουμπάγαμαν με τα χέρια μας λίγο και την άλλη μέρα τα κόβαμε, έστω και λίγο άγουρα, μην μας τα πάρουν άλλοι.

Ανεβαίναμε τρία τέσσαρα παιδιά, καθένα στο κλωνάρι του, και όλα μαζί κυνηγάγαμε τα καλύτερα. Όπως ήταν με τις φλούδες, τα χώναμε ολόκληρα στο στόμα.

Με το μάτι διαλέγαμε τα πιο καλά, τα παραγινωμένα, εκείνα που, από τη μικρή κόκκινη σχισμή τους, έσταζαν πηχτό μέλι.

Συκιές είχαν όλοι οι χωριανοί στα χωράφια τους, στους όχτους και προπάντων στα ξερικά. Με μεγάλο ενδιαφέρον κυνηγάγαμε τις «τσαπέλες»[3], που ήταν και λιγοστές. Μαζώναμε τα καλογινωμένα και ολόκληρα, τα απλώναμε στις ταράτσες να ξεραθούν. Και μετά τα αρμαθιάζαμε για να τα τρώμε το Χειμώνα λίγα λίγα.

Μαζί, στις εξορμήσεις μας αυτές, είχαμε και κορίτσια, που δεν είχαν τίποτα διαφορετικό από μας. Στην ηλικία αυτή δεν ξεχωρίζαμαν. Ανάμεσα τους ήταν και η Ελένη, ένα πανέμορφο λιγνό κορίτσι, με τα στηθάκια του, που μόλις ξεπρόβαλλαν, άσπρα σαν το γάλα, στο μέγεθος μεγάλου λεμονιού ή καλύτερα νερατζολέμονου, με μια ρόγα που προσπαθούσε να σκίσει τα άσπρα, εφαρμοστά, μακό μπλουζάκια που φορούσε.

Πολλές φορές, ανέβαινε κι αυτή μαζί μας στη συκιά. Βέβαια χρειάζεται προσοχή, γιατί τα κλαριά της συκιάς είναι πολύ μαλακά και σπάνε εύκολα. Όπως επίσης, ότι τα φύλλα της και το γάλα που βγάζουνε σου προκαλούν έντονη φαγούρα.

Εμείς, μόλις αρχίζαμε να καταλαβαίνουμε τη φύση μας, μας άρεσε να ανεβάζουμε την Ελένη πάνω στη συκιά και από κάτω να την παίρνουμε μάτι. Μια φορά, είχε ανέβει μαζί μας, για να κόψει σύκα.  Και έτσι όπως είχε ανοίξει τα πόδια της, για να στηριχτεί, σε δυο κλαδιά, φάνηκε όλο το πράμα της ανοιγμένο και κόκκινο σαν σύκο. Από την ταραχή μας δεν μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε ποιο είναι το σύκο και ποιο το πράμα της Ελένης.

Τώρα, τόσα χρόνια μετά, η Ελένη μεγάλη πια, θάχει δυο τρία παιδιά και φαντάζομαι ότι τίποτα δεν θα θυμίζει το δροσερό και όμορφο εκείνο κορίτσι που ανέβαινε μαζί μας στη συκιά και το πράμα της συγκρινόταν μόνο με τα ανοιχτά, γινωμένα σύκα.

 

 Από τη συλλογή διηγημάτων Θαμπές ζωές, εκδόσεις Καστανιώτης 2018



[1] Αριστοφάνη Ειρήνη, στ. 1351-2.

[2] Φούσκωναν.

[3] Ειδική κατηγορία σύκων, τα οποία μόλις λιαστούν τα κάνουν αρμαθιές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...