Πέμπτη 7 Αυγούστου 2025

Σ.Ν. Φιλιππίδης, Η μορφή είναι νόημα: Λαϊκότροπος λόγος στα διηγήματα του Γιάννη Η. Παππά Θαμπές ζωές (Αθήνα, Καστανιώτης, 2018)


Τα κατά κανόνα εξαιρετικά σύντομα διηγήματα του Παππά είναι διηγήσεις της ζωής απλών —ως επί το πλείστον αμόρφωτων— ανθρώπων είτε του πρόσφατου παρελθόντος είτε σημερινών. Κάποια είναι γραμμένα σε τρίτο πρόσωπο, τα περισσότερα σε πρώτο πρόσωπο. Στα τελευταία ο συγγραφέας υποδύεται ένα δολοφόνο, μια δολοφόνισσα, μια μοιχό, μια συνταξιούχα νοσοκόμα, ένα τραβεστί, κι άλλους διάφορους χαρακτήρες, εν ολίγοις υποδύεται εντελώς διαφορετικά πρόσωπα που μονολογούν εξιστορώντας τη ζωή τους σε μικροαφηγήσεις, δηλαδή αφηγήσεις περιορισμένες στα απολύτως βασικά γεγονότα.

Είναι εμφανές ότι αυτές οι λαϊκότροπες αφηγήσεις περισσότερο από την παράδοση των Μυριβήλη και Βενέζη, όπου ο λόγος, μολονότι προϋποθέτει τη λαϊκή προφορική αφήγηση, έχει υποστεί κάποια καλλιτεχνική επεξεργασία, έχουν ως πρότυπο την παράδοση που δημιούργησε ο Στρατής Δούκας με την μιμητική καταγραφή τού λόγου ενός αληθινού λαϊκού ανθρώπου.

Εάν διαβάσουμε μια μόνο παράγραφο από τις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των τριών προαναφερόμενων συγγραφέων, αντιλαμβανόμαστε αμέσως τη διαφορά που επεσήμανα αμέσως προηγουμένως. Για πρώτο δείγμα μια παράγραφος από τη Ζωή εν τάφω του Μυριβήλη (1924), όπου ο αφηγητής περιγράφει διψασμένους στρατιώτες, καθώς διακόπτουν την πολύωρη θερινή πορεία τους στη θέα λασπόνερων:

«Και τότες έγινε κάτι πολύ θλιβερό. Ο λοχαγός κατέβαζε το καμουτσί του, ένα μεγάλο καμουτσί από νεύρο πού ’χε για τ’ άλογό του, το κατέβαζε δεξιά και ζερβιά πάνου στους άντρες πού ’τανε μπρούμυτα στ’ αυλάκι, με τα μούτρα ηδονικά βουτηγμένα μέσ’ στη δροσερή λάσπη. Και μ’ όλο το φριχτό πόνο που θά ’διναν οι καμουτσικιές πάνου στα δρωμένα τους κορμιά, κανένας δε σηκωνούτανε πριν χορτάσει απ’ το λασπονέρι.»

Εδώ η μίμηση του λαϊκού προφορικού λόγου είναι εμφανής στην επιλογή του ιδιωματικού λεξιλογίου και την παρατακτική έκθεση των συμβάντων· ωστόσο η λογιότητα του αφηγητή προδίδεται από τη χρήση του επιρρήματος «ηδονικά».

Στο Νούμερο 31328 του Βενέζη (1931) το ύφος έχει ακόμα περισσότερα στοιχεία λογιοσύνης. Ιδού μια παράγραφος:

«Χτυπούσε [ο Τούρκος Διοικητής] με το καμτσίκι από στριμμένο τέλι [τους αιχμάλωτους] στο κεφάλι, στα μάτια, στα γυμνά κορμιά. Λάφαζε, ίδρωνε, έπαιρνε δύναμη τρέχοντας ζερβά δεξιά σα να τη ζητούσε, κι ολοένα, χτυπούσε λυσσασμένα,αβάσταχτα, τυφλά. Οι δεμένοι φώναζαν σπαραχτικά, κάναν ασυναίσθητα μια προσπάθεια να συρθούν πότε απ' το ένα μέρος, πότε απ' τ' άλλο. Μα οι στρατιώτες με το σκοινί βαστούσαν την ισορροπία στη διελκυστίνδα.»

Το ασύνδετο («λυσσασμένα, αβάσταχτα, τυφλά») και η χρήση λέξεων, όπως «ασυναίσθητα» και «διελκυστίνδα» προδίδουν μια συγγραφική πρόθεση ανθρώπου ορισμένης καλλιέργειας.

Αντιθέτως, ο Δούκας «αντιγράφει» πιστά τον απογυμνωμένο λόγο του λαϊκού αφηγητή. Μια ενδεικτική παράγραφος από την Ιστορία ενός αιχμάλωτου (1929):

«Κι ένας λοχίας που μας παράστεκε, Τουράν τον λέγανε, μας φώναζε άγρια και μας χτυπούσε, για να τον καμαρώνουν μέσ’ απ' το τραίνο οι γυναίκες. Κι όποιοι από μας είχαν βαρύ πονόματο τους έλεγε πως θα τους πάει στο νοσοκομείο να τους γιατρέψει, κι αυτός τους τράβαγε μες στη χαράδρα και τους ξεπάστρευε.»

Ο Παππάς ακολουθεί λοιπόν την παράδοση του Δούκα. Ιδού το τέλος ενός διηγήματος, «Για χάρη των παιδιών», το οποίο αρχίζει με την πρόταση: «Κύριε αστυνόμε, σκότωσα τη γυναίκα μου μ’ αυτό το μαχαίρι γιατί με απατούσε»:

«Βγάζει το φόρεμα και μένει με το κομπινεζόν. Ξάπλωσε στο κρεβάτι με το κεφάλι προς τον τοίχο και μου λέει:

“Πάρ’ το απόφαση πια. Εμένα μ’ αρέσει να έχω φίλους. Ούτε εσύ θα μ’ εμποδίσεις ούτε κανένας”. Θόλωσα. Δεν ήξερα πια τι έκανα. Άρπαξα ένα μαχαίρι και… δε με νοιάζει γι’ αυτήν. Τά ’θελε και τά ’παθε. Για τα παιδιά μου στεναχωριέμαι.»

Η επιλογή βέβαια μιας τέτοιας αφηγηματικής τακτικής είναι ζήτημα αισθητικό. Ο Παππάς είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στη Νεοελληνική Φιλολογία, επομένως ένας καλλιεργημένος άνθρωπος ανωτάτου επιπέδου. Κι όμως σ’ ένα προφανώς αυτοβιογραφικό πρωτοπρόσωπο διήγημα, «Το ραντεβού που δεν έγινε», ο ήρωάς του, ένας πρωτοδιορισμένος καθηγητής, δεν είναι ένας νέος άντρας που διδάσκει λογοτεχνία στους μαθητές του, που διαβάζει και πιθανώς γράφει ποίηση, αλλά ένας άντρας στου οποίου τη ζωή το αποκλειστικό κίνητρο και καθοριστής των ενδιαφερόντων του είναι το γενετήσιο ένστικτό του.*

Η αναπαραστατική τέχνη τού Παππά είναι εντυπωσιακή: μιμείται αφηγητές που προφανώς ανήκουν σε «θαμπές ζωές», άλλες από τη δική του. Στα διηγήματα, συχνά μήκους μόνο δύο ή τριών σελίδων, αποδίδεται επιτυγώς η απλοϊκή φωνή των ταλαιπωρημένων αυτών ανθρώπων που συμπυκνώνει με δραματική συντομία το νόημα της ζωής τους.

Η «ανακάλυψη» του πριμιτιβισμού από τους ζωγράφους και τους συγγραφείς ανάγεται στις αρχές του 20ού αιώνα. Μπορούμε να κατανοήσουμε πώς οι παραπάνω συγγραφείς —ο Μυριβήλης, ο Βενέζης, ο Δούκας, ο Κόντογλου— στην επιλογή τους ενός λαϊκότροπου αφηγηματικού τρόπου ακολουθούν τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό και τον μπολιάζουν με γηγενείς παραδόσεις, όπως ο Θεόφιλος ή ο Μακρυγιάννης.

Ο Παππάς, όπως και πολλοί άλλοι σύγχρονοι έλληνες πεζογράφοι, ακολουθούν αυτήν την παράδοση και μάλιστα στην πιο λιτή εκδοχή της, εκείνην του Στρατή Δούκα. Το γιατί συμβαίνει κάτι τέτοιο στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, σε μια εποχή δηλαδή πολύ απομακρυσμένη από τον μοντερνισμό και βέβαια από τις κοινωνικο-οικονομικές, φιλοσοφικές, αλλά και αισθητικές συνθήκες που δημιούργησαν το μπόλιασμα του μοντερνισμού με πριμιτιβιστικά στοιχεία, αποτελεί μάλλον αντικείμενο κοινωνιολογικής διερεύνησης και όχι λογοτεχνικής κριτικής. Ο κριτικός όμως θα επισημάνει την αισθητική επιλογή —μια επιλογή που οπωσδήποτε ως ρεαλιστική πεζογραφία δεν εκφράζει όλο το κοινωνικό φάσμα της σημερινής Ελλάδας.

* Ένα διήγημα «Η τελευταία φωτογραφία», που αναφέρεται στον ληστή Θωμά Γκαντάρα, αποτελεί μια εξαίρεση από το σύνολο.

Ο Σταμάτης Φιλιππίδης είναι ομότιμος καθηγητής της Νεοελληνικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...