Ο Γ. Βελουδής είχε αναπτύξει ευρύ φάσμα ερευνητικών ενδιαφερόντων: από την ιστορία, την συγκριτική γραμματολογία μέχρι την κοινωνιολογία και την ψυχανάλυση
https://www.avgi.gr/entheta/anagnoseis/484693_ofeili
Φυσικά, λόγω των στενών χωρικών και χρονικών περιθωρίων που επιβάλλει η δημοσιογραφική πραγματικότητα και η προσωπική μου καθημερινότητα, δεν διανοούμαι να προσεγγίσω παρά μόνο ακροθιγώς το πλούσιο και πολυσχιδές έργο αυτού του ακούραστου και πολυγραφότατου εργάτη της γραμματολογίας. Γι' αυτό θα περιοριστώ αρχικά σε ορισμένες βιωματικού/προσωπικού χαρακτήρα παρατηρήσεις, ελπίζοντας και προσδοκώντας να αναδείξω ορισμένες πλευρές της προσωπικότητας και του (παρεξηγημένου μερικές φορές) χαρακτήρα του, άγνωστες σε όσους δεν τον γνώριζαν ιδιωτικά, αλλά και σε μερικούς με τους οποίους διασταυρώθηκαν η ζωή και τα «ξίφη» τους. Έπειτα, θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω ορισμένες πλευρές του πλούσιου και πολυσύνθετου επιστημονικού έργου του.
Αργότερα, όταν βρέθηκα κι εγώ στο Μόναχο μετά από δική του προτροπή και ενθάρρυνση, κατάλαβα ότι η αντίδρασή του αυτή ήταν απόλυτα εξηγήσιμη και εύλογα αναμενόμενη για κάποιον που πέρασε ένα μεγάλο διάστημα της ζωής του και κυρίως της «αλησμόνητης νιότης» του, όπως ο ίδιος έλεγε, κατά τις πολιτικά, κοινωνικά, επιστημονικά και με κάθε άλλη έννοια εκρηκτικές και κοσμογονικές δεκαετίες του 1960 και 70 μέσα και γύρω από το κτήριο –κόσμημα του Ludwig Maximilian Universität, της Universitätsbibliothek και της Bayerische Staatsbibliothek.
Ήταν ο πρώτος που άρχισε τότε να προσφέρει και σεμινάρια στο πρότυπο των γερμανικών πανεπιστημίων και επέμενε στην εξοικείωση των συμμετεχόντων με την ερευνητική εργασία και την λεπτομερειακή μελέτη της συχνά δυσεύρετης βιβλιογραφίας, στης οποίας την πρόσβαση αρκετές φορές μας διευκόλυνε ο ίδιος. Το πρώτο σεμινάριο που οργάνωσε, μια κλασικού τύπου συγκριτολογική προσέγγιση, ήταν αφιερωμένο σε ένα από τα γνωστά και διαχρονικά ερευνητικά ενδιαφέροντά του, τις ευρωπαϊκές πηγές του Σολωμού, που εξέβαλε αργότερα στην μονογραφία του για τις πραγματολογικές βάσεις και τις θεωρητικές προσεγγίσεις της απήχησης του γερμανικού ρομαντισμού στη σκέψη και το έργο του Σολωμού.
Η προσωπικότητά του, η παθιασμένη ενασχόληση με την επιστήμη του, η αδιαπραγμάτευτη αφοσίωσή του στην έρευνα, η εμβρίθεια και η ευρύτητα του πνεύματός του, όπως και ο αυτοσαρκασμός του με εντυπωσίασαν από την αρχή και, έτσι, η σχεδόν ανελλιπής παρουσία μου στις παραδόσεις του ήταν η αφορμή της γνωριμίας μας, την οποία σταμάτησε μόνο ο κυριολεκτικά α(προσ)δόκητος θάνατός του. Ειδικά τα πρώτα χρόνια της διαμονής του στα Γιάννενα (δεν ήταν «ιπτάμενος») και πριν απογοητευτεί οριστικά και αμετάκλητα από τις ελληνικές συνθήκες, αναζητούσε την επαφή και την συναναστροφή με τους φοιτητές. Έτσι, μερικοί πολιτικοποιημένοι και με φιλολογικά/φιλοσοφικά ενδιαφέροντα φοιτητές από τον χώρο της αριστεράς βρήκαμε καταφύγιο στο σπίτι του, όπου μας καλούσε και όπου, εκτός από την πνευματική τροφή που απολαμβάναμε, γευόμαστε όχι μόνο τα αστείρευτα καλαμπούρια και τα περιβόητα όσο και δηκτικά λογοπαίγνιά του με τα ονόματα γνωστών προσώπων και θεσμών, αλλά και την εξαιρετική κουζίνα του. Ο Βελουδής δεν ήταν μόνο εργάτης του πνεύματος, αλλά καθώς διέθετε και εξαιρετικά αναπτυγμένους γευστικούς κάλυκες, είχε εξελιχθεί - για όσο καιρό τού επέτρεπαν οι σωματικές και ψυχικές δυνάμεις του - και σε δεξιοτέχνη της μαγειρικής.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να κάνω στην (κοινωνική) ευαισθησία του. Αν και δεν ήταν ποτέ ο άνθρωπος της μεγάλης παρέας, δεν ήταν ούτε ο αποστειρωμένος από την κοινωνική πραγματικότητα πανεπιστημιακός. Δεν ζούσε σε γυάλινο ή άλλου είδους «πύργο» ούτε είχε την ματαιοδοξία της αυτάρεσκης αυτό- ή ετερόκλητης συμπερίληψής του στην αποκαλούμενη «πνευματική ελίτ». Ενημερωνόταν συνεχώς για την πολιτική επικαιρότητα, την οποία ανέλυε με εργαλεία τις εδραιωμένες ιστορικές και κοινωνιολογικές γνώσεις του, ειδικά δε με την μαρξιστική, μη σοβιετικής, δυτικής κοπής κοινωνική προσέγγιση (G. Lukács, L. Goldmann, Σχολή της Φρανκφούρτης) και με ματιά που παρέπεμπε σε ένα από τα ιερά τέρατά του, τον Μπρεχτ, τον οποίο δεν αντιλαμβανόταν «ούτε [ως] «σταλινιστή, ούτε [ως] τροτσκιστή, ούτε [ως] μαοϊστή» κλπ., «ούτε, [ως] έτσι θολά κι’ αόριστα, αριστερό», αλλά ως «κάτι πολύ απλό, πολύ δύσκολο και πολύ σπάνιο: μαρξιστή». Γι’ αυτό και έδειχνε ενδιαφέρον για φοιτητές με οικονομικές δυσκολίες, ώστε πολλές φορές μάς απάλλασσε από το οικονομικό βάρος για φωτοτυπίες, αναλαμβάνοντας ο ίδιος το κόστος: «πήγαινε στον Ρ. [το φωτοτυπείο πίσω από την Νομαρχία στα Γιάννενα] και πες ότι είναι του Βελουδή» είναι η φράση που, όχι μόνο σε μένα, έλεγε συχνά. Χωρίς να υιοθετώ απλοϊκές αιτιοκρατικές ερμηνείες, η στάση του αυτή σχετίζεται πιθανότατα τόσο με την ταξική του καταγωγή όσο και με τα σκληρά παιδικά του χρόνια: ο Βελουδής ήταν γιος εργάτη/ηλεκτροτεχνίτη που σκοτώθηκε σε εργατικό ατύχημα, όταν ο μικρός Γιώργος ήταν τριών ετών, ενώ τρία χρόνια αργότερα έχασε και τη μάνα του και μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο.
Η επικοινωνία μας όχι μόνο διατηρήθηκε συνεχής και αδιατάρακτη και μετά το τέλος των σπουδών μου στα Γιάννενα, αλλά και εντάθηκε κατά την διάρκεια της πολύχρονης εγκατάστασής μου στο Μόναχο. Εκεί συνήθιζε να έρχεται τακτικά σχεδόν κάθε χρόνο μέχρι τις αρχές της πρώτης δεκαετίας του αιώνα μας, όσο ακόμα του το επέτρεπαν οι δυνάμεις του. Προτιμούσε τον Μάιο που το συνήθως ανοιξιάτικο Μόναχο, αν εξαιρέσουμε τις ξαφνικές θερμές καταιγίδες, αποτελεί έργο τέχνης – αρμονική σύζευξη φυσικής ομορφιάς και καλαίσθητης αρχιτεκτονικής. Κάθε φορά ήταν γι αυτόν νόστος και χρονομηχανή. Ένιωθε πάντα σαν να γύριζε στο σπίτι του και στα χρόνια της ανεπίστρεπτης νιότης του, όπως έλεγε με απαραγνώριστα μελαγχολική / νοστ-αλγική διάθεση. Οι τελετουργικοί περίπατοί του στο πολεοδομικό συγκρότημα γύρω από το πανεπιστήμιο, από την Schelling-, την Amalien- και την Türkenstraße μέχρι το Technisches Universität και από κει πίσω στην Leopoldstraße, ισοδυναμούσαν με προσκύνημα στον τόπο που συνδιαμόρφωσε την προσωπικότητά του. Στα φωτοτυπεία και τα εξειδικευμένα βιβλιοπωλεία της περιοχής ήταν γενναιόδωρος πελάτης και τακτικός θαμώνας. Γνώριζε όλα τα εστιατόρια βαυαρικής κουζίνας και τις παραδοσιακές μπιραρίες της περιοχής. Μέχρι που τον έπληξαν και αυτόν προσωπικές τραγωδίες, φρόντιζε να συναντιέται εκεί, μεταξύ άλλων, και με τον φίλο του Ε. Treptow, τον μαρξιστή καθηγητή φιλοσοφίας στο LMU (δεν είχαν απομείνει και πολλοί αυτού του είδους στο πολιτικά συντηρητικό και σίγουρα αντικομμουνιστικό, αν και σοσιαλδημοκρατικό Μόναχο…). Έμαθα πολλά ακούγοντας τις συζητήσεις τους σ' αυτές τις νυχτερινές εξόδους στα γνωστά (φοιτητομάγαζα) της περιοχής, για τα οποία διηγούταν διάφορες ιστορίες, που, δυστυχώς, δεν είχα σκεφτεί ποτέ να καταγράψω. Διέκοπτε προσωρινά τις φιλολογικές παρατηρήσεις ή τα ανέκδοτα μόνο την στιγμή που εμφανιζόταν ο σερβιτόρος και παρατηρούσε με πατρικό ενδιαφέρον την παραγγελία μου, για να γκρινιάξει αμέσως, αν κάτι του φαινόταν ανθυγιεινό, ενώ γινόταν έξω φρενών με κάθε τσιγάρο που άναβα, προτού απαλλαγώ οριστικά και αμετάκλητα απ’ αυτή την θανατηφόρα εξάρτηση.
Ολοκληρώνοντας το πρώτο μέρος αυτού του προσωπικού μου μνημόσυνου στον δάσκαλο της ζωής μου, θα σταθώ λίγο στο γεγονός του θανάτου του. Η θλιβερή είδηση με βρήκε στο facebook. Εκείνο το βράδυ του Σαββάτου μόλις είχα επιστρέψει από το γυμναστήριο, όταν διάβασα, από την ανάρτηση ενός συμφοιτητή μου του άρθρου της «Καθημερινής», τη γνωστοποίηση του θανάτου του. Είχαμε να μιλήσουμε καμιά 20ριά μέρες στο τηλέφωνο, αλλά πέρα από τα συνηθισμένα παράπονα και τις φοβίες των ηλικιωμένων, που μεγεθύνει η μοναξιά, τίποτα δεν έδειχνε ότι έπρεπε να ανησυχώ και, σίγουρα, δεν είχα λόγο να φοβάμαι σύντομα την επίσκεψη του παλαμικού «μαύρου καβαλάρη», που εμφανίστηκε τελικά με την μορφή του πνευμονικού οιδήματος. Η αρχική μου αντίδραση ήταν μια κλασική άρνηση. Όχι, δεν πρόκειται για τον Βελουδή, αλλά για τον Βελούδη (τον καθηγητή γλωσσολογίας στο ΑΠΘ - ελπίζω ότι θα μου το συγχωρήσει…). Μόνο που ταίριαζαν όλα τα άλλα στοιχεία και, έτσι, προσπαθώντας να αποφύγω να την πάθω όπως ο Μενέλαος με την «Ελένη» του Ευριπίδη, άρχισα να ψάχνω την είδηση και σε άλλες εφημερίδες που αρθρογραφούσε, όπως στο «Βήμα», και γρήγορα πείστηκα για το αναπότρεπτο. Το τηλέφωνό του εξακολουθούσε να χτυπά, όπως πάντα. Και όπως πάντα, περίμενα να ακούσω το ηχογραφημένο μήνυμα μέχρι να πω το όνομά μου και να απαντήσει (έτσι απέφευγε τους ανεπιθύμητους) - μάταια αυτή τη φορά. Τελικά, μέσα από πυρετώδεις αναζητήσεις και πολύωρες τηλεφωνικές διαδρομές, κατόρθωσα να επικοινωνήσω με μια συγγενή του, την Καίτη, με την οποία παραμένουμε από τότε φιλικά συνδεδεμένοι, και να προφτάσω να μεταβώ εγκαίρως στην Αθήνα, για να παραστώ στην κηδεία του. Αν και δεν έχω ευθύνη γι’ αυτό (ούτε και η Καίτη), ακόμα και μετά από μια δεκαετία το φέρω βαρέως ότι τελικά πέθανε στην κλινική - η οποία, μόνο μετά τον θάνατό του, αναζήτησε συγγενείς - έτσι όπως πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του: μόνος…
Είναι θαμμένος (απεχθάνομαι τους ευφημισμούς) σε κείνο το χαοτικό νεκροταφείο του Σχιστού, στο οποίο – πράγμα σοκαριστικό για έναν επαρχιώτη, όπως εγώ - ακόμα και οι κηδείες διεκπεραιώνονται με μια ανατριχιαστικά βιομηχανοποιημένη τυποποίηση. Στην κηδεία του, Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014, βρεθήκαμε εκεί λιγοστοί άνθρωποι, για να τον συνοδεύσουμε στην σύντομη διαδρομή προς τον τάφο του. Δεν θα παραλείψω να αναφέρω ότι, απ’ όσο τουλάχιστον αντιλήφθηκα, το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, το οποίο και υπηρέτησε και κόσμησε με την παρουσία του και του οποίου το κύρος αναβάθμισε με το διδακτικό και ερευνητικό έργο του, αποδείχτηκε – πέρα από την τυπική, για την απόδοση τιμών απόφαση της Συγκλήτου - μικροπρεπές και μικρόψυχο, ώστε να μην παραστεί στην κηδεία με επίσημο εκπρόσωπό του. Ήταν και αυτό μέρος του τιμήματος που έπρεπε να καταβάλει για την ελευθεροστομία του, το ανυπότακτο και «ελεύθερο πνεύμα» του, τον αιχμηρό και κάποτε δηκτικό/σκωπτικό λόγο του και τον ασυμβίβαστο και ανυποχώρητο χαρακτήρα του, δείγμα του οποίου, αντί πολλών άλλων παρέθεσα εμβληματικά ως motto και απόδειξη της ευτυχώς – όπως ο ίδιος την σχολίαζε και την χαρακτήριζε – «αποτυχημένης επανενσωμάτωσής [του] στην ελλαδική Έρημη Χώρα», αν και υποθέτω βάσιμα ότι δεν θα έδινε μεγάλη σημασία σε υποκριτικά παριστάμενους- «παρείσακτους». Ο Βελουδής ήταν σε όλη τη ζωή του και σε κάθε πράξη του ο διαμετρικά αντίθετος «ανθρωπότυπος» από εκείνο τον «κάλπικο παρά», τον Λαυρέντη, που μετωνυμικά, αντί πολλών άλλων ομοίων του, διέσυρε ειρωνικά στο αντισυμβατικό «επιτύμβιό» της η νηφάλια, γενικά, φωνή του Μ. Αναγνωστάκη. Ο Βελουδής ούτε έζησε ούτε κηδεύτηκε «δημοσία δαπάνη».
Προσπάθησα μέχρι εδώ να παρουσιάσω τον Βελουδή, με τα δικά μου μάτια και τις προσωπικές μου εμπειρίες, όπως τον έζησα από κοντά για πολλά χρόνια. Σκιαγράφησα πτυχές του ανθρώπου Βελουδή, ενός Βελουδή ανήσυχου, ασυμβίβαστου, αυστηρού με πολλούς και πολλά, αλλά, ταυτόχρονα, και ευαίσθητου και ευάλωτου – του δικού μου Βελουδή. Όμως, πέρα από τον άνθρωπο βρίσκεται η επιστημονική παραγωγή, στην οποία αφιέρωσε με παθιασμένη αποκλειστικότητα όλη του τη ζωή. «Παντρεύτηκα την επιστήμη» έλεγε όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, με μια ευδιάκριτα πικρή χροιά στη φωνή και με την επίγνωση του αναπότρεπτου.
Όπως προανέφερα, δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να ολοκληρώσω αυτό το σημείωμα με μια αδρομερή, έστω, σκιαγράφηση μερικών, τουλάχιστον, σταθμών του πολυσχιδούς έργου του και με μια αναφορά στον πλούτο και το βάθος των ποικίλων γνώσεών του. Μαθητής του Δημαρά, όπως του άρεσε να λέει, είχε αναπτύξει ένα ευρύ φάσμα ερευνητικών ενδιαφερόντων και είχε εντρυφήσει στα πιο διαφορετικά αντικείμενα, αποφεύγοντας τον σύγχρονο Ιανό της μονομερούς εξειδίκευσης. Το έργο αυτό εκτείνεται από την ιστορία, την φιλολογία – με την πρωταρχική σημασία του όρου, εννοούμενη ως αποκατάσταση κειμένου - και την συγκριτική γραμματολογία μέχρι την κοινωνιολογία, την ψυχανάλυση, την θεωρία και την ερμηνεία της λογοτεχνίας. Και διακλαδώνεται από τα λαϊκά παραμύθια για τον «Αλέξανδρο», τον Schiller, τον Brecht, το περιοδικά ανανεούμενο ενδιαφέρον του για την λογοτεχνία της αντίστασης και την λογοτεχνία-ντοκουμέντο μέχρι τις, «κοινωνιο-λογοτεχνικής» αφετηρίας και «αξιωματικού» χαρακτήρα, ευσύνοπτες, αλλά καίριες και θεμελιώδεις, παρατηρήσεις του για την διάκριση της «λόγιας» από την «λαϊκή» λογοτεχνία και το νεότερο λαϊκό ρομάντζο, για το οποίο εύλογα πίστευε ότι, πέρα από κάθε αξιολογική κρίση, αποτελεί -αυτοδίκαια- νόμιμο ερευνητικό πεδίο μιας μη κανονιστικής επιστήμης, εξίσου, όπως η και λεγόμενη υψηλή λογοτεχνία της αστικής κοινωνίας.
Προσπερνώντας την προαναφερθείσα μελέτη του για τον Κ. Χατζόπουλο, τις πρώιμες εργασίες για την «φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου»», την μελέτη για τον Fallmerayer και τον ελληνικό ιστορισμό ή την έρευνά του για «το ελληνικό τυπογραφείο των Γλυκήδων στη Βενετία», θα υπενθυμίσω την δακτυλογραφημένη“Germanograecia”, εκείνη την εξαντλητική συλλογή πηγών για την ελληνογερμανική γραμματειακή επικοινωνία, δείγμα τής διαρκώς συγκριτολογικής οπτικής του, που ακόμα περιμένει την αξιοποίησή της, την πραγματολογικά λεπτομερειακή και θεωρητικά εμβριθή μονογραφία για τις γερμανικές πηγές του ευρωπαίου ρομαντικού Σολωμού, που εκβάλλει σε μια εντυπωσιακή ανασύνθεση της γερμανικής ρομαντικής ποιητικής, αλλά και τις μεταγενέστερες εργασίες του στον Σολωμό, από τα διάφορα κριτικά άρθρα μέχρι την σχολιασμένη έκδοση και επιμελημένη, αποβλέπουσα, προγραμματικά, στην αποκατάσταση και προσαρμογή της σολωμικής φιλοσοφικής ορολογίας στα σημερινά ερευνητικά δεδομένα και στην (σύγχρονη) νεοελληνική απόδοση των στοχασμών του επτανήσιου ποιητή για τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του και, φυσικά, την δική του εκδοτική πρόταση στο ακανθώδες και επίμαχο ζήτημα της ταξινόμησης και παρουσίασης του (ελληνόγλωσου) σολωμικού έργου, με όλη την σχετική αντιπαράθεση που προκάλεσε για τον ποιητή, και την γενικότερη συζήτηση που ανακίνησε όχι μόνο για σημαντικές πτυχές του ελληνικού ρομαντισμού στην αθηναϊκή και την επτανησιακή εκδοχή του, αλλά και για την νεοελληνική λογοτεχνία του 19ου αιώνα στο σύνολό της, όπως και για τις θεωρητικές και πολιτικές προϋποθέσεις της ελληνικής ιστοριογραφίας (της «τριαδικότητας») και την συνάρτησή της με τον τότε αναδυόμενο εθνικισμό του «πρότυπου βασιλείου» και τον τυχοδιωκτικό αλυτρωτισμό του. Με ακαταπόνητη μελέτη, υπομονετική επεξεργασία και αξιοποίηση των σχετικών τεκμηρίων της πρόσληψης του συνολικού σολωμικού έργου, στηλίτευσε την «αγιοποίηση», την αυθαίρετη «ελληνοχριστιανική» οικειοποίηση και ιδεολογικοποίηση του Σολωμού και επέμεινε αταλάντευτα στην ανάδειξη και προβολή της ιταλικής και ευρύτερα ευρωπαϊκής παιδείας του, ενάντια στην μονομέρεια και την γελοιότητα της επετειακής-πανηγυριώτικης και «λαϊκιστικής»/δημοτικιστικής/τρικουπικής εθνικιστικής παραμόρφωσης και συρρίκνωσης του έργου του με τους άνωθεν εντεταλμένους ευτελείς και τετριμμένους πανηγυρικούς της εθνικόφρονης αγυρτείας – όχι μόνο της εμφυλιακής περιόδου - και τις άλλες μορφές του κρατικού- εθνικιστικού σφετερισμού του.
Αξίζει, επίσης, να αναφέρω την συμβολή του στην μελέτη του ογκώδους έργου του πολυγραφότατου Ρίτσου. Η περιοδολόγηση της ποιητικής παραγωγής του, η σκιαγράφηση της πορείας της τέχνης του, η εξέλιξη της ποιητικής του, η αναδίφηση και ερμηνεία επαναλαμβανόμενων συμβόλων και, τέλος, η ανίχνευση της σύζευξης της αυτοβιογραφίας με την Ιστορία, όπως και η χαρακτηριστική, και στον Ρίτσο, αν και όχι αποκλειστικά μοντερνιστική, ελληνική και ευρωπαϊκή στροφή στην αξιοποίηση του αρχαιοελληνικού μύθου, αποτελούν μέρος μόνο της ερμηνευτικής συμβολής του Βελουδή στο έργο του μονεμβασιώτη ποιητή.
Ιδιαίτερη μνεία, όμως, νομίζω πως πρέπει να γίνει στο ενδιαφέρον του για την θεωρία της λογοτεχνίας, όπως πιστοποιείται ήδη από τις προπαρασκευαστικές «ψηφίδες» και, προπάντων, από την εντυπωσιακή σε πληροφοριακότητα όσο και σε βιβλιογραφική τεκμηρίωση, ρηξικέλευθη, καρπό πολύχρονης και ακούραστης ενασχόλησης, «Γραμματολογία» του, με την οποία άνοιξε στους φοιτητές, τους ειδικούς, αλλά και το ευρύτερο ενδιαφερόμενο κοινό νέους δρόμους και εμπλούτισε με ένα κλασικό και μνημειώδες, πια, σύγγραμμα την, τουλάχιστον μέχρι την έκδοσή του (1994), ανεπαρκέστατη - για να μην πω ανύπαρκτη - σχετική ελληνική βιβλιογραφία. Τέτοιου είδους εγχειρίδια αφθονούν στις ευρωπαϊκές λογοτεχνικές σπουδές και διαφοροποιούνται, ανάλογα με την οπτική γωνία και τις θεωρητικές προτιμήσεις του/των μελετητή/ών τους , αλλά για τα ελληνικά δεδομένα ήταν ένα εντελώς καινοφανές, πρωτοποριακό και απολύτως αναγκαίο και χρήσιμο για τους φοιτητές και τους μελετητές της λογοτεχνίας βασικό και θεμελιώδες έργο, η ολοκλήρωση του οποίου απαιτούσε εδραία θεωρητική κατάρτιση, πολυετή (δεκάχρονη) επίμοχθη εργασία και πλήρη εποπτεία και εξοικείωση με τις πιο διαφορετικές και ανταγωνιστικές μεταξύ τους σχολές, ρεύματα και τάσεις της θεωρίας της λογοτεχνίας.
Αφορμώμενος από την συγκρότηση του κλάδου των γραμματολογικών σπουδών κατά τον 19ο αιώνα του ιστορισμού, της αλματώδους εξέλιξης της επιστήμης και της αποθέωσης του επιστημονισμού, υποβάλλοντας σε έλεγχο - αυτονόητα και αναμενόμενα σε τέτοιου είδους εγχείρημα - ακόμη και τις θεμελιωδέστερες και «αυταπόδεικτες» έννοιες - συμπεριλαμβανομένης της ονοματοθεσίας του ίδιου του κλάδου – όπως εκείνες του «κειμένου» και του «έργου», και επιμένοντας στον ακριβή (καθ)ορισμό του αντικειμένου, των ορίων και της «μεθ-ορίου» του, (της σχέσης της λογοτεχνίας με τις άλλες τέχνες και τις κοινωνικές επιστήμες), χωρίς να εξαιρεί - ορθότατα - ούτε τα χρηστικά κείμενα, διατρέχει και επισκοπεί έναν εντυπωσιακό και δυσθεώρητο όγκο βιβλιογραφικών δεδομένων και ερευνητικών πορισμάτων, που αφορούν κάθε γνωστική περιοχή της γραμματολογίας. Έτσι, ισορροπώντας διαρκώς μεταξύ ιστορικής ανασκόπησης, θεωρητικής προσέγγισης και κριτικής επι-/ανα-θεώρησης ερμηνειών, σχολών τάσεων και αναίρεσης φαινομενικά ακλόνητων, αλλά στην πραγματικότητα απλώς ελλιπώς, μεροληπτικά ή επιλεκτικά ελεγμένων, αν και επιπόλαια, ως θέσφατων προβαλλόμενων «δογμάτων», τιθασεύει κυριαρχικά και εκθέτει συμπυκνωμένα, αλλά εύληπτα, για τους φοιτητές και το ευρύτερο καλλιεργημένο κοινό, μεταξύ άλλων, τους σημαντικότερους σταθμούς της θεωρίας και ιστορίας των λογοτεχνικών γενών και ειδών, της ποίησης, του δράματος, της αφήγησης, της ιστορίας, της ερμηνείας και της πρόσληψης της λογοτεχνίας, καθώς και της ανίχνευσης των διαχρονικών, θεωρητικών και πρακτικών, διασταυρώσεων των διαδρομών της λογοτεχνίας με τις άλλες τέχνες, εκκινώντας από το (αριστοτελικής επιρροής) κλασικό ορατιανό «ut pictura poesis» (π.χ. τα «περιγραφικά» ποιήματα του E. von Kleist, ο «φωτογραφικός» νατουραλισμός, οι μικροσκοπικές περιγραφές του Κάφκα, τα «Καλλιγράμματα/Calligrammes» και το «nouveau roman») καταλήγοντας, διαμέσου της ρομαντικής αντιστροφής του σε «ut musica poesis», στις μοντερνιστικές εκδοχές της ανάμειξης και της αλληλεπίδρασης των ειδών και των τεχνών (από και τους καλλιτεχνικούς πειραματισμούς των ποικίλων «-ισμών» των αρχών του 20ού αιώνα μέχρι την κινηματογραφική μετάπλαση και το μοντέρνο μυθιστόρημα: από τον Τ. Kröger του Th. Mann και την Todesfuge του P. Celan έως την Eroica του Κ. Πολίτη).
Η σύντομη περιδιάβασή μου στα περιεχόμενα της «Γραμματολογίας» θα ήταν ελλιπής και θα αδικούσε τον δημιουργό της, αν παρέλειπα μια, έστω και σύντομη, αναφορά στο κεφάλαιο για την σχέση της λογοτεχνίας με την ψυχανάλυση. Εκεί ο Βελουδής, αφού πρώτα παραθέσει μεθοδικά και συμπυκνωμένα, αλλά απολύτως κατανοητά, τις βασικές αρχές της ψυχαναλυτικής επέλασης στον λογοτέχνη και το έργο του, θα προβεί σε μια καίρια και τεκμηριωμένη αποκαθήλωση και αναίρεση τόσο της «πατρικής» φροϋδικής μυθολογίας όσο και εκείνης των «ψιττακιστών» και των μεταγενέστερων μεταπρατών και επεξεργαστών της «λαϊκής», «βασιλικής» (Μarie Bonaparte), «γαλατικής» ή άλλης εκδοχής της, στηλιτεύοντας εξίσου τον απλουστευτικό βιογραφισμό της εικονικής, μακρόθεν και μετά θάνατον επιχειρηθείσας «ψυχανάλυσης» του συγγραφέα, που εκφυλίζει το καλλιτεχνικό δημιούργημα σε σύμπτωμα νοσηρότητας, όσο και τις αυθαίρετες ερμηνευτικές ακροβασίες των «λακαν-κανιστών».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου