Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025

Αντώνης Σαμαράκης Μια διαδρομή στον εικοστό αιώνα




 https://www.culture.gov.gr/DocLib/dgr_ANTONIS_SAMARAKIS_MIA_DIADROMH_STON_20o_AIONA.pdf

Μάρκος Μέσκος, Μια συζήτησή του με τον Γιώργο Βουδικλάρη

 

Ο Μάρκος Μέσκος έβρισκε πάντα να πει δύο κουβέντες παραπάνω

https://m.popaganda.gr/people/o-markos-meskos-evriske-panta-na-pi-dio-kouventes-parapano/

Φίλος και συνιδρυτής της εκδοτικής ομάδας των "Χειρογράφων" ενώ από το 1987-1993 εργάστηκε ως υπεύθυνος των εκδόσεων της Α.Σ.Ε. Έχει τιμηθεί με το βραβείο ποίησης του περιοδικού "Διαβάζω" για τους "Χαιρετισμούς", 1995, και με το βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, το 2006, για το σύνολο του ποιητικού του έργου. Απεβίωσε την Πρωτοχρονιά του 2019 στη Θεσσαλονίκη. Η συνέντευξη αυτή δόθηκε στα πλαίσια της έκθεσης με έργα ζωγραφικής του που έγινε στο βιβλιοπωλείο Φωταγωγός τον Σεπτέμβρη του 2017.

Τα τελευταία χρόνια έχετε ευρεία αναγνώριση. 

Μου λένε και για κάποιες κριτικές που γράφτηκαν. Εμένα δεν με ενδιαφέρουν και πολύ αυτά, γιατί πιστεύω ότι το σοβαρό παιχνίδι της ποίησης παίζεται αλλού, όχι σε αυτά τα φληναφήματα που σήμερα κατά κόρον προσφέρονται ως ποίηση. Εγώ είμαι λίγο παραδοσιακός. Γιατί γνωρίζω την προϊστορία της ποίησης από τον Όμηρο και τον Ησίοδο, την ευρωπαϊκή ποίηση του μεσαίωνα, τους δικούς μας τους Κρητικούς, της Αφρικής, τους Ιάπωνες, τους Ρώσους, τους Αμερικάνους… Υπάρχουν σπουδαία πράγματα. Και πολλές φορές λέω: πού πάμε εμείς ξυπόλυτοι στ’ αγκάθια;

Πάντως έχουμε αρκετούς ωραίους ποιητές. 

Συμφωνώ. Άμα δεις το βιβλίο μου  Στον Ενικό και Πληθυντικό Ψίθυρο, εκεί λέω και ποιους αγαπάω. Αυτό το τελευταίο βιβλίο μου που κυκλοφόρησε έχει σαν υπότιτλο ή κεντρικό μότο την έκφραση «στην όχθη του Παραδείσου», εκεί που αντάμωνα συχνά την Ελένη, τη Βεατρίκη, την Ιουλία και τη θανατωμένη Μίρκα. Η Μίρκα είναι μια πατριώτισσα του φίλου μας του μουσικού Κώστα Θεοδώρου. Είναι μια εθνική ηρωίδα, δασκάλα, που εκτελέστηκε το ’46-’47 στα Γιαννιτσά. Σπουδαίο πρόσωπο. Η Ρίτα Μπούμη-Παππά, γυναίκα του Νίκου Παππά, το ’52-‘53 έβγαλε μια συλλογή: Τα Χίλια Σκοτωμένα Κορίτσια. Ήταν γυναίκες που εκτελέστηκαν από τους «αντιπάλους», όπως τους λέει εκείνη. Αυτό βέβαια βγήκε στην Ελβετία, με εξώφυλλο ενός χαράκτη Ελβετού. Και ο τόμος αυτός ξεκινάει με την Ειρήνη – αυτή είναι η Μίρκα. Η Ελένη είναι ο Όμηρος, η Βεατρίκη είναι ο Ντάντε και η Ιουλία είναι ο Σαίξπηρ. Είχε δίκιο ο Αναγνωστάκης όταν έλεγε: η ποίηση είναι ο καλύτερος τρόπος να κρύβουμε το πρόσωπό μας. Ταπεινά και μέσα στα πράγματα. Από κει και πέρα, βρε Γιώργο, μπήκα σε αυτό το λούκι και κοντεύω εξήντα τόσα χρόνια. Ελάχιστα υποψιασμένος – δεν ήξερα πού μπαίνω, σε ποιο δρόμο πάω. Τα πράγματα ξεκίνησαν από μια νοσταλγία του χωριού, κι από τον παππού μου, για τον οποίο συχνά μιλάω, και που αυτός μου είπε, με τη φωνή του και τη γλώσσα του, όσα ιστορικά θέματα εγώ αναφέρω εδώ κι εκεί. Έτσι βγήκε η πρώτη συλλογή, εδώ στη Θεσσαλονίκη το Σεπτέμβρη του  ’58. Φαίνεται πως κάτι έγινε. Είχα επιστολές από το Σινόπουλο, από τον Ελύτη, τον Κύρου, τον Αναγνωστάκη, τον Γκάτσο, το Φραγκόπουλο, κάποιους απ’ έξω… Κάθε μέρα ερχόταν ο ταχυδρόμος στο μαγαζί του πατέρα μου κι έλεγε: Μαρκούλη, ετέρα επιστολή! Εγώ αναρωτήθηκα: είναι δυνατόν τόσο εύκολα να κατακτάται η κορυφή του Παρνασσού, του Ελικώνα; Δεν καταλαβαίνω… Αλλά όταν τα πήρε ο Σινόπουλος αυτά, τα πήγε σε κάποιους στην Αθήνα και τα είδαν. Είναι αλήθεια ότι ακόμα κι ο Ρίτσος έλεγε: υπάρχει ένας κάπου στην Έδεσσα, στη Μακεδονία, που ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Μάλιστα μετά ανακάλυψα ότι από κάποιο ποίημα είχε πάρει κάποιους στίχους δικούς μου. Μετά ήρθε η δεύτερη συλλογή, το Μαυροβούνι. Είχα μια επαφή με τον Όμηρο Πέλλα, δηλαδή τον Οδυσσέα Γιαννόπουλο από την Πελοπόννησο, έξω από το χωριό του Μιχάλη Κατσαρού, την Κυπαρισσία. Το χωριό του λεγόταν τότε Καημένη Γυναίκα, Πρόδρομος λέγεται σήμερα. Με τον Πέλλα επιβεβαιωνόμαστε, εγώ σαν μαθητής κι εκείνος σαν δάσκαλος. Μακάρι να ζούσε και τώρα - πέθανε ούτε σαράντα πέντε χρονών. Συνάδελφος της Ειρήνης, της Μίρκας που λέω εγώ, και μαζί της στο κίνημα του ΕΑΜ.

Έχετε γράψει και γι αυτό. 

Βεβαίως. Πολλά. Δεν έχει τέλος αυτή η κουβέντα, μπορούμε να μιλάμε όλη μέρα κι όλη νύχτα. Γιατί είναι κάποιοι δρόμοι που τους ξέρω καλά. Κι εγώ ό,τι ξέρω καλά, το λέω και το προσφέρω. Ό, τι δεν ξέρω, μούγκα και ψυχραιμία. Κλείνω το στόμα μου και βλέπω. Στην Αθήνα, λοιπόν, κατέβηκα το ’65, γιατί ο πατέρας μου ήθελε να με κάνει έμπορα, αλλά εγώ δεν ήθελα. Είχα μια συνεργασία με τη Βραδυνή όπου ήταν αρχισυντάκτης ο αδελφός του Βελουχιώτη, ο Μπάμπης Κλάρας. Πήγα στο σπίτι του. Από τότε παραμένουμε φίλοι με το Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, μια δύναμη της πνευματικής ζωής της χώρας αυτής σύμφωνα με τα δικά μας κριτήρια. Σπουδαίο  πρόσωπο. Κι αυτός, και ο Βύρωνας Λεοντάρης, κι ο Στέφανος Ροζάνης, κι ο Μάριος Μαρκίδης που αναχώρησε, ήσαν πολύ κοντά μου. Κι η Ρένα Κοσσέρη, που δεν την ξέρετε πια. Το κορίτσι της Μεθώνης, που λέγαμε. Κόρη ενός αστυνομικού που δεν είχε δουλέψει ποτέ. Όταν πέθανε ο πατέρας της, έμεινε η αδελφή της η οποία δούλευε σε μια τράπεζα, αυτή κι η μάνα της. Η μάνα της κοκέτα, με το που έπαιρνε τη σύνταξη του ανδρός της τα ξόδευε. Κι έτσι χρειάστηκε να δουλέψει, να κάνει και τη μπέιμπι σίτερ, να κρατάει και χαρτιά σε μια γραμματεία στον ιππόδρομο για να βγάλει το ψωμί της.

Μια πορεία ψυχών

Πολύ φοβάμαι ότι είναι δύσκολο να φτάσεις στο τέρμα των ονείρων σου, των ιδανικών σου, της προσωπικής σου πορείας, όπως ήσουν  ξεκινώντας. Στο δρόμο αλλάζουν πολλά. Σε κρατούν από δω, από το μανίκι, κάτι γίνεται και οι περισσότεροι μένουν πίσω. Δεν σηκώνουν την ασκητική ζωή. Γιατί τίποτα δεν σου παραχωρείται χωρίς κόστος. Αυτή η αφοσίωση στο δικό σου ιδανικό, στον δικό σου τρόπο ζωής, αν θέλεις, κοστίζει. Σε αυτή την ομάδα είχε έρθει κι ένας πρώην στρατιωτικός που πέθανε νωρίς, είχε βγάλει στις εκδόσεις Νεφέλη, μετά πήγε στη Γερμανία, γύρισε, πάλι κοντά στον Αντώνη τον Τρελαντώνη… Θα θυμηθώ το όνομά του. Άρχισαν να βγαίνουν ένα-ένα τα βιβλία, ξεκινώντας από Τα ανώνυμα, ενώ δούλευα σε διαφημιστικά γραφεία ως γραφίστας και ως art director. Αλλά μπορούσα και κρατούσα τις αποστάσεις μου για να αποφύγω την αλλοτρίωση του επαγγέλματος. Πήγαινα στο σπίτι, πετούσα τη σκόνη από πάνω μου, τα εγγόνια του εμπορίου, που λέω κάπου σε ένα στίχο, και περνούσα στα δικά μου. Όταν μάλιστα τελευταία δούλευα εδώ σε έναν εκδοτικό οίκο κι ασχολήθηκα με το παιδικό βιβλίο, ζήτησα να δουλεύω τρεις μέρες. Διεκδικούσα το χρόνο μου από τότε που δούλευα στο μαγαζάκι του πατέρα μου. Ήθελα το χρόνο μου. Τελικά το κατόρθωσα, γιατί βγήκα συνταξιούχος νωρίς, με ελάχιστα χρήματα. Αλλά ο χρόνος είναι δικός μου και τον κάνω ό,τι θέλω. Άρχισαν λοιπόν τότε να βγαίνουν τα βιβλία: το Ιδιωτικό νεκροταφείοΤα φαντάσματα της ελευθερίαςΣτον ίσκιο της γης – σημαδιακοί τίτλοι - οι Χαιρετισμοί, οι Ελεγείες… Ήθελα να είναι δεμένα τα πράγματα, πολύ σφικτά και πολύ κυριολεκτούντα. Γιατί όταν κυριολεκτούν οι λέξεις, αγαπητέ μου Γιώργο, τότε αρχίζει η ποίηση. Δόθηκαν πολλές ερμηνείες και ορισμοί για το τι είναι η ποίηση. Μπορείς να πεις χίλια δυο πράγματα. Και καταλήγεις στο πιο τρυφερό, που είναι η συνήθεια της αγάπης. Λέγανε κάτι πιο φοβερά, λέγανε το τελευταίο σινιάλο της σκέψης που ετοιμάζεται να πεθάνει. Ένα ανθρώπινο γεγονός είναι κι αυτό. Όλα κατά προσέγγιση είναι, οι ορισμοί αυτοί. Δεν μπορείς να πεις επακριβώς. Ευτυχώς, όταν την πλησιάζεις η ποίηση φεύγει ξανά και ξανά, για να την αναζητείς, να την κυνηγήσεις, να την προσεταιριστείς, κι αν είναι δυνατόν να αποσπάσεις μερικά κομμάτια της. Λοιπόν πώς βγήκαν τα βιβλία μπροστά; Και τώρα είναι μια εποχή που φαίνεται ότι έχουμε μια συγκομιδή από κριτικές οι οποίες είναι υπερβολικά θερμές, πολλές κριτικές, ενώ οι περισσότεροι μού είναι άγνωστοι. Δεν τους ξέρω. Άντε να ξέρω δύο τρεις. Ακουστά τους έχω, αλλά προσωπικά δεν έχω επαφή για να εκμαιεύσω την καλή κριτική. Άλλοι θα πετούσαν στα ουράνια με αυτά τα πράγματα. Εγώ πιστεύω ότι το σοβαρό παιχνίδι της ποίησης και της λογοτεχνίας παίζεται αλλού. Στο χαρτί, στο μολύβι και στο όποιο ταλέντο διαθέτει κάθε υποψήφιος λογοτέχνης, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας κλπ. Από κει και πέρα, γίνονται διάφορες εκδηλώσεις. Χαίρομαι προς στιγμήν. Την άλλη μέρα κατεβαίνω από το άλογο και συνεχίζω. Αυτά έχω να σου πω γενικώς. Μη μου ζητήσεις να εξηγήσω τα ποιήματά μου. Τα ποιήματα ή έχουν τη δύναμη να σταθούν όρθια, ή δεν την έχουν. Θα το κρίνει ο επαρκής αναγνώστης.

Είστε ένας άνθρωπος που έχει πάρει πολιτική θέση στη ζωή του. 

Πάντοτε. Κι είναι κάτι που πάντα υπάρχει στο μυαλό, την ψυχή, τη συνείδηση και τη συμπεριφορά μου. Και οφείλω να πω ότι μέσα σε όλη αυτή την περιπέτεια των γραφών, ποτέ δεν λησμόνησα την ανάγκη να υπάρχει και το λεγόμενο κοινωνικό – ιστορικό στοιχείο.  Αυτό σημαίνει ότι από την αρχή ως το τέλος όλη αυτή η πορεία είναι κατάστικτη από μπολιάσματα, από αναφορές, ενός τρόπου σκέψης, απόφασης, που λέγεται κοινωνική, ιστορική, πολιτική συνείδηση, και υπάρχει σε όλο μου το βίο. Και σήμερα ακόμη, είμαι ακόμα πιο φανατικός, θα έλεγα, αυτών των απόψεων και των ιδεών. Γιατί σήμερα υπάρχει μια μετατόπιση αξιών. Ο καπιταλισμός θριαμβεύει. Η μοναδική αξία η οποία μετράει είναι το χρήμα. Όπου υπάρχει το χρήμα, όλα είναι εύκολα. Αλλά για μένα, εκεί που δεν υπάρχει το χρήμα είναι ο δρόμος που θα ήθελα να ακολουθούν οι άνθρωποι με κάποιο μέτρο παπαδιαμαντικό, με μείωση όλης αυτής της απόστασης ανάμεσα στον πλούσιο και το φτωχό. Δεν πιστεύω πως θα λείψει ποτέ αυτή η διαφορά. Αλλά εύχομαι, κι είμαι από αυτούς που θέλουν αυτό το πράγμα να σμίξει: από 80% να γίνει 60%, κι από το 60% να γίνει 40%, κι ακόμα πιο κάτω. Όσο είναι δυνατόν. Γιατί δεν είναι φυσικό να βρίσκεται ο πλούτος αυτού του πλανήτη στα χέρια λίγων χιλιάδων ανθρώπων. Είναι τελείως ανήθικο. Και πολύ φοβάμαι πως αν δεν υπάρξει αυτή η διαδικασία, τότε το μπουμ, τα κόκκινα κουμπιά, είναι πολύ κοντά, είναι κοντά ο όλεθρος κι η καταστροφή της ζωής μας. Επομένως αυτή είναι μια κεντρική απόφαση για το τι σημαίνει προοδευτικός, αριστερός. Αυτοί οι άνθρωποι ήρθαν να προσφέρουν στη ζωή κι όχι να αρπάξουν, να πάρουν. Θα πάρουν το ελάχιστο, όσο τρώει ένα πουλάκι, ένα σπόρο και λίγο νεράκι. Φτάνει. Είναι πολύ πιο ευχάριστος τρόπος να τρώμε, να πίνουμε, να υπάρχουμε, να ονειρευόμαστε. Να δικαιώνουμε τις προθέσεις και τους αγώνες μας. Αλλά βλέπεις ότι το κεφάλαιο έχει αυτή την ιδιότητα: έχει πέντε; Θέλει να τα κάνει δέκα. Έχει δέκα; Θέλει να τα κάνει εκατό. Τα εκατό χίλια. Και πάει λέγοντας, εις το διηνεκές. Σήμερα λοιπόν που υπάρχει ξανά αυτό το φαινόμενο, το γύρισμα αυτό της ιστορίας, είναι περισσότερο απαραίτητο τουλάχιστον να ξέρουμε τι μας γίνεται -  και να αντιδρούμε, με τον τρόπο του ο καθένας. Η λογοτεχνία είναι μέρος της κοινωνίας. Δεν είναι δυνατόν να μην έρχεται ένας ήχος, μια σκόνη, από όσα συμβαίνουν στο σώμα μας, στην ψυχή μας. Αποκλείεται. Ενώ η τέχνη έχει τους δικούς της κανόνες, αυτοί οι κανόνες είναι σίγουρο ότι εμποτίζονται από τα γεγονότα που συμβαίνουν έξω από το σπίτι μας, άρα όλα αυτά δικαιολογούν, νομίζω, την άποψη εκείνων που υποστηρίζουν ότι η τέχνη είναι κατεξοχήν πολιτική. Ποσοστιαία βέβαια: σε άλλον 5, σε άλλον 10, σε άλλον 50%. Αρκεί να είναι δικαιωμένο και το αισθητικό αποτέλεσμα.

Επειδή όλα τα πουλάκια του κόσμου, οι μεγάλοι συγγραφείς, ήσαν εκτεθειμένοι στις θύελλες και στις καταιγίδες του καιρού τους, δεν κελαηδούσαν εντελώς αυθόρμητα. Ο άλλος γύριζε από τα οδοφράγματα, πήγαινε στο σπίτι του, έβγαζε την επαναστατική σκόνη από πάνω του και έγραφε την καθαρή λογοτεχνία. Επηρεασμένη, βέβαια, από τον απόηχο των γεγονότων. Ο Ντοστογιέφσκι γράφει για τους Ταπεινούς και τους Καταφρονεμένους. Ο Στρατής Δούκας γράφει την Ιστορία ενός Αιχμαλώτου μιλώντας σε μια γλώσσα που περνούσε από την άλλη πλευρά. Το πράγμα έχει πάει κι ακόμα πιο πέρα: ο Αισχύλος με τους Πέρσες υμνεί τον ελληνισμό στην αυλή των Περσών όταν οι Έλληνες κερδίζουν τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Αλλά θα σου πω και κάτι άλλο: ο μεγάλος θριαμβευτής της ναυμαχίας της Σαλαμίνος είναι, όπως ξέρουμε, ο Θεμιστοκλής. Πέρασαν χρόνια πολλά, Γιώργο, και διαπιστώνεται κάθε τόσο ότι καμία προσφορά σ’ αυτή τη χώρα δεν έμεινε ατιμώρητη! Όλες τιμωρήθηκαν… Ο Θεμιστοκλής πεθαίνει στην αυλή των Περσών! Και πόσοι ακόμα: ο τάδε, ο τάδε, ο τάδε… Λες και υπάρχει μια κατάρα, μια κακή νοοτροπία μάλλον, αυτή η χώρα να έχει τόσες δυνάμεις όταν κινητοποιείται ο λαός της – κι όχι ο κοσμάκης – και να μην μπορεί να βγει από αυτή τη θέση. Αυτή τη χώρα τη χρεοκόπησαν τόσες φορές οι κακοί διαχειριστές της μοίρας της.

Κι έπειτα μου λένε κάποιοι: γιατί ρε Μάρκο είσαι τόσο πολύ μαύρος; Μα δεν είναι χαρούμενα τα πράγματα. Έχουν γίνει πιο κυνικά, πιο ωμά: καθίστε κάτω γιατί θα σας διαλύσω.  Ωστόσο, αν υπάρχει ένα καμένο δάσος εδώ, από κάτω οι παραφυάδες και τα πράσινα φύλλα τακτικά φυτρώνουν. Το καμένο κλαδί μπορεί να γίνει δέντρο και να βγάζει πράσινα φύλλα. Πάντα ελπίζω. Πάντα ό,τι γίνεται είναι κατόρθωμα υπομονής. Μου θυμίζει το τετράστιχο του Ερρίκου Χάινε, κι ας είναι ερωτικό,  που λέει: Απ’ τη στιγμή που μ’ άφησες ένα μεγάλο μυστικό μού έμαθες: να περιμένω. Εγώ το σουρεαλισμό τον ανακάλυψα μέσα από το ελληνικό δημοτικό τραγούδι και από τους ιθαγενείς της Αμερικής. Λέγανε: ο Καθιστός Ταύρος, το Κόκκινο Σύννεφο… Όλες αυτές οι υπερβάσεις ήταν στην καθημερινότητα. Όπως και στο δημοτικό τραγούδι, στις παραλογές.

Πιστεύετε πως το μέλλον θα κινηθεί προς μια κατεύθυνση πιο δίκαιη, ή θα μείνουμε σε αυτά που ζούμε τώρα; 

Τα φαινόμενα σήμερα δεν δικαιολογούν αυτή την αισιοδοξία. Αλλά, όπως έλεγε ένας συγγραφέας: Αν έτσι έχουν σήμερα τα πράγματα, αυτό δεν σημαίνει και πως θα συνεχίσουν να είναι έτσι. Γι αυτό όμως χρειάζεται πάλη, προσωπικός αγώνας, και ομαδικός αγώνας, για να μπορέσουν να αλλάξουν κάποια πράγματα. Το παιδί πίνει το γάλα της μάνας όταν ζητάει από τη μάνα. Αν δεν ζητάει, όλα μένουν ως έχουν. Και δεν αλλάζουν εύκολα οι συνθήκες αυτές. Σήμερα που κατάφερε το χρήμα να αλλοτριώσει τον κόσμο, από λαό να τον κάνει κοσμάκη. Υπήρχε  μια διάθεση να αντισταθεί σε κάποιες κακότητες που ρήμαζαν τη ζωή του και τον προορισμό του σαν άνθρωπος, και σήμερα η διάθεση αυτή δεν υπάρχει πια. Τον έχουν μάθει στα εύκολα. Τον έχουνε μάθει στις μπίζνες, στις μεσολαβήσεις. Αυτό μου θυμίζει παλαιότερα που όταν πήγαινες να ζητήσεις στην Αμερική το κορίτσι σε ένα σπίτι, ο μελλοντικός πεθερός ρωτούσε αμέσως για τον υποψήφιο μνηστήρα «πόσα χρήματα βγάζει την ημέρα;» Time is money. Αν εγώ έχω όλη τη φροντίδα μου στο να κερδίζω χρήματα, πότε θα προλάβω να μάθω πόσο άνθρωπος είμαι; Όταν ασχολούμαι με το ωραίο, την αισθητική, τις τέχνες, αυτό που καλλιεργεί την ψυχή μου, τότε είμαι άνθρωπος: όταν εξελίσσομαι σαν άνθρωπος. Όχι όταν βουλιάζω τα λασπόνερα και στις συμβάσεις της καθημερινότητας που παράγουνε χρήμα. Ποιο είναι το μέλλον, επομένως; Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει. Μπορεί να αργήσουν οι αλλαγές ή μπορεί ξαφνικά να έρθει ο κατακλυσμός. Δεν το ξέρω. Σήμερα ήδη κάποια μηνύματα των καιρικών μεταλλαγών είναι μια ένδειξη ότι ο άνθρωπος, που έχει τα πολλά και θέλει περισσότερα – να πάρει πετρέλαιο από την Ανταρκτική, να θάψει τα πυρηνικά του απόβλητα σε κάποια πέλαγα – κακοποιεί τη φύση και θα σκοτώσει τη ζωή. Δεν είναι δική μου μεταφυσική άποψη: έχω την εντύπωση ότι η φύση αντιδράει με τον τρόπο της και χτυπάει τον άνθρωπο, του υπενθυμίζει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνει. Κάπως έτσι βλέπω εγώ τον κόσμο. Βέβαια οι ερωτήσεις είναι εύκολες, οι απαντήσεις είναι δύσκολες. Δεν είναι εύκολο να είσαι εύστοχος, να πετυχαίνεις τους στόχους ενός ερωτήματος και να επιβεβαιώνεσαι. Ας σκεφτούμε όμως τα γυρίσματα της ιστορίας: ποιοι λαοί υπήρξαν, ποιοι μεγαλούργησαν, ποιοι άφησαν πολιτισμό πίσω και ποιοι όχι, και ούτω καθ’ εξής. Η Σπάρτη είχε ένα πολεμοχαρές κεντρικό πολιτικό σύστημα, κι από την πολιτεία εκείνη δεν έμεινε τίποτα. Η Αθήνα με τον Περικλή και με τους τραγικούς άφησε πολιτισμό. Κι η Αθήνα ήταν μια μεγάλη δύναμη της εποχής, είχε τις αποικίες, τη συμμαχία… Αλλά φρόντισε και τον πολιτισμό. Τέτοια πράγματα γυρίζουν στο μυαλό μου…

Σε πολλά βιβλία σας, τα σχέδια κι οι προμετωπίδες είναι επίσης δικά σας. 

Δούλευα στο μαγαζάκι του πατέρα μου, ένα παπουτσάδικο. Αλλά εγώ το εμπόριο το απεχθανόμουν, δεν μπορούσα. Σηκώθηκα μια μέρα κι έφυγα και πήγα στην Αθήνα. έμενα στην κουζίνα της αδελφής μου. Άρχισα να δουλεύω, να κάνω δουλειές του ποδαριού. Στην Ομόνοια γυάλιζα παπούτσια, μετέφερα δέματα από καπετάνιους σε ναυτιλιακές εταιρίες, δούλευα στο ΠΡΟ-ΠΟ τα Σαββατοκύριακα… Γιατί ο πατέρας μου με είχε αποκληρώσει. Ήμουν μοναχογιός, κι έλεγε: «εγώ για ποιον τα έκανα αυτά, το μαγαζί μου;»  Κι επειδή το χέρι μου έπιανε, δούλεψα για τα Ταχυδρομεία, σχεδίαζα τις σφραγίδες της πρώτης ημέρας κυκλοφορίας. Και μετά πήγα στη Σχολή Δοξιάδη, και σε τρία χρόνια έγινα γραφίστας, με τη βούλα. Δούλευα μετά με το Βακαλόπουλο, το Βακιρτζή, όλους αυτούς… Όταν είχαμε μια καμπάνια, μας δίνανε το προσχέδιο, το κροκί, τη μακέτα… Άρα είχα διαρκή επαφή με τις εικαστικές τέχνες. Και μίλαγα με τους ανθρώπους, με μεγάλα ονόματα.

Ήταν εκεί και ο φίλος μου ο Σωτήρης Σόρογκας. Τώρα έχει περάσει στην αντίθετη πλευρά. Υπάρχει ένα φαινόμενο πρώην αριστερών, πρώην σοσιαλιστών, κομμουνιστών, που περνάνε στην άλλη πλευρά. Δεν έχουν το δικαίωμα; Το έχουν βέβαια. Αν τα βιώματα αυτά είναι τόσο ρηχά… Ο Σόρογκας ήταν μια καλή περίπτωση, ήταν και ταπεινός. Μου έλεγε: μπορεί να πάρω για ένα πίνακα 5000 ευρώ, αλλά ποίηση δεν μπορώ να βγάλω. Εικονογράφησε όλα τα βιβλία μου που βγήκαν στη Νεφέλη. Καταλάβαινα την προβληματική των εικαστικών. Κι ήμουν μπολιασμένος από καλούς καλλιτέχνες. Ο Βακιρτζής είχε μια θέση στη ζωή μου, ο Ηλίας ο Δεκουλάκος, ο Παναγιώτης Γράββαλος, ο Τάσσος ο χαράκτης επίσης ήταν δάσκαλοι… Το ίδιο κι ο Οδυσσέας Γιαννόπουλος – ο Όμηρος Πέλλας: Ήταν δάσκαλος, ζωγράφιζε, έκανε γλυπτά, έγραφε, έφτιαχνε χορωδίες… μια μορφή Τσάρλι Τσάπλιν. Σπουδαίο μυαλό! Είχα την τύχη λοιπόν να ανταμώσω με ωραίους ανθρώπους και να πάρω αυτό που ήθελε η ψυχή μου. Γιατί αν κάποιον άνθρωπο δεν τον συμπαθήσω… Στο διαφημιστικό γραφείο με ονόμαζαν φυσιογνωμιστή. Έλεγα: το πρόσωπο αυτό για τσιγάρα, το πρόσωπο αυτό για βενζίνη, το πρόσωπο αυτό για ρούχα. Έτσι πήρα το δρόμο μου.  Ενδεχομένως να έκανα και λάθη βέβαια. Ο Θανάσης Καρακατσάνης μού έλεγε: Είμαστε τα λάθη που κάναμε, Μάρκο. Συγκαταβατικά το λέει, βέβαια, γιατί κι αυτός ήταν άνθρωπος με αρχές.

Πριν λίγους μήνες γνωρίσαμε και μια άλλη πλευρά σας, μέσω της έκθεσης των πινάκων σας στην αίθουσα Φωταγωγός των εκδόσεων Το Ροδακιό. 

Έχω καλές σχέσεις με τους εκδοτικούς οίκους. Κάποιοι πήραν γρήγορα χαμπάρι τι συμβαίνει στην ψυχή μου και θέλησαν να βγάλουν τα βιβλία μου. Είχαμε αγαστές συμφωνίες με συγγραφικά δικαιώματα, και όλοι συμμετείχαν στη δική μου αγωνία πριν εκδοθεί το βιβλίο. Τα τελευταία χρόνια νιώθω πως οι εκδοτικοί οίκοι έχουν μετατραπεί σε τυπογραφεία. Αργά ή γρήγορα διολισθαίνουν προς το εμπόριο – να άλλος ένας δρόμος που μας ανοίγεται  από τον μεσουρανούντα καπιταλισμό. Τι μένει επομένως; Λίγοι μικροί εκδοτικοί οίκοι οι οποίοι προσπαθούν να σώσουν την τιμή των όπλων. Δηλαδή, να κρατήσουν ορισμένες  αξίες από την προηγούμενη εποχή και να διευκολύνουν τον κόσμο να έχει το καλό βιβλίο κοντά του, για να μπορεί κάποιες ώρες να καλλιεργεί την ψυχή του. Είχα επισημάνει τους ανθρώπους των εκδόσεων Το Ροδακιό πολύ καιρό πριν, από την εποχή που εξέδιδαν το λογοτεχνικό περιοδικό Εκηβόλος, που ήταν υπόδειγμα καθαρότητας και αναζήτησης, με πολλά ποιοτικά κείμενα στα 10-15 τεύχη που πρόλαβαν να βγάλουν. Και κάποια στιγμή που βρεθήκαμε με τη Τζούλια Τσιακίρη – προτιμώ να τη λέω Ιουλία – με ρώτησε: Μάρκο, εμείς δε θα βγάλουμε ποτέ ένα δικό σου βιβλίο; Και της είπα: Θα έρθει η ώρα. Ύστερα από τρία χρόνια, προέκυψε μια ενότητα ποιημάτων και ήρθα να τη βρω. Μόλις με είδε μου είπε: Δώσε  μου το φάκελο γρήγορα! Έτσι βγάλαμε τη συλλογή Στην όχθη του παραδείσου.

Σχετικά με τους πίνακες τώρα, ισχυρίζομαι ότι δεν είμαι ο μαιτρ ζωγράφος, αλλά απλώς ένας υποψιασμένος αισθητικά άνθρωπος, επειδή είχα περάσει κι από το δημιουργικό τμήμα της διαφήμισης και ήξερα τι σημαίνει σχέδιο και χρώμα – είχα και καλούς φίλους οι οποίοι μου άνοιξαν τα μάτια, κι αυτό το λίγο που είχα μέσα μου αναπτύχθηκε. Έτσι όταν θέλω να ξεκουραστώ, κατεβαίνω στο υπόγειο του σπιτιού μου και μπογιατίζω, παίζω με τα χρώματα. Και βγήκαν αυτά. Κάποιοι φίλοι είπαν να τα βγάλω προς τα έξω. Από τους ανθρώπους οι οποίοι ασχολούνται μαζί μου, είτε είναι εκατό, είτε πενήντα, είτε τριάντα, το 1/10 ή το 1/5 είναι γνωστοί μου – οι υπόλοιποι μού είναι άγνωστοι. Κάπου δηλαδή διαρκώς ανακαλύπτομαι. Δεν με πειράζει αυτό. Κι ήθελα να πω ότι κάποιοι που σήμερα λείπουν, όπως ο Αναγνωστάκης, ο Χατζιδάκις, ο Τάκης Σινόπουλος, ο Γκάτσος, είχαν πάρει χαμπάρι τι συνέβαινε στην ψυχή μου. Πιστεύω πως θα χαίρονταν πολύ σήμερα για όλες αυτές τις άλλες δημιουργικές μου δράσεις. Εγώ δεν είμαι άνθρωπος του θορύβου. Πιστεύω ότι το παιχνίδι της τέχνης παίζεται σε κάποια γωνιά με το χαρτί και το μολύβι. Πέραν τούτου… Να ακόμα μια παπαδιαμαντική πλευρά του εαυτού μου. Δεν είναι δυνατόν να συγκριθώ εγώ με τη μεγαλοφυΐα του σπουδαίου αυτού κρουνού που λέγεται Παπαδιαμάντης. Αλλά τον τρόπο της ζωής του, ναι, θα ήθελα να τον μιμηθώ.

Για κάποιες επιλογές σας να ρωτήσω; 

Ό,τι θες. Αν μπορώ να απαντήσω. Γιατί οι ερωτήσεις είναι πολλές, οι απαντήσεις είναι ελάχιστες. Δεν μπορούμε να απαντάμε σε όλα.

Ονομάσατε τη συλλογή σας Μαύρο δάσος. 

Το Μαύρο δάσος δεν είναι τυχαίος τίτλος για τη συλλογή αυτή που περιλαμβάνει σχεδόν το σύνολο των έργων μου – σε ένα δύο χρόνια θα πρέπει να κυκλοφορήσει κι ο τρίτος τόμος, για να μαζέψει το τελευταίο μέρος των ποιημάτων μου. Το Μαύρο Δάσος είναι κάπου στην περιοχή μου: είναι το Βέρμιο, το Καϊμακτσαλάν, του Βόρα που λένε σήμερα, είναι το Πίνοβο, το Μαύρο Δάσος, η Τζένα και το Πάικο. Ένας κύκλος βουνών που χορεύει γύρω-γύρω ενώ εμείς είμαστε λίγο πιο κάτω. Αυτά έχουν από 2000 ως 1600-1700 μέτρα υψόμετρο, και η Έδεσσα, ή μάλλον το χωριό των γονιών μου όπου νομίζω ότι γεννήθηκα, το Κάτω Γραμματικό, είναι στα 890, ψηλά στο Βέρμιο. Το Μαύρο Δάσος είναι ένα πιο χαμηλό βουνό του Καϊμακτσαλάν και  εγώ ανέβηκα εκεί με ένα μικρό αμαξάκι 2CV, με την τότε γυναίκα μου και με ένα φίλο μου, τον ποιητή Θανάση Πάσχο, δικό μου άνθρωπο, που πριν τέσσερα πέντε χρόνια αναχώρησε κι αυτός. Ο Σαββίδης μού έλεγε ότι το καρνέ των τηλεφώνων στα περισσότερα ονόματα έχει σταυρό μπροστά! Βάζω κι εγώ τώρα, έφτασα σε αυτή την ηλικία… Όταν πήγα μέσα του παλάβωσα! Γιατί μου θύμισε τα μυθικά δάση με τις νεράιδες, τα ελάφια, τις σπηλιές, τις πηγές και τα ξωτικά. Κι επειδή το Μαύρο Δάσος δεν κατακτήθηκε από καμιά πολιτική δύναμη – ενώ δίπλα υπήρχε το στρατόπεδο και το νοσοκομείο του Δημοκρατικού Στρατού, ο Εθνικός Στρατός δεν μπόρεσε να μπει ποτέ εκεί, ήταν οχυρωμένοι καλά – είπα πως θα ονομάσω τη συλλογή Μαύρο Δάσος. Ξέρω ότι έχει επηρεάσει πολλούς αυτή η απόφασή μου. Υπάρχουν και κάποια πνευματικά μου τέκνα που φαντάζομαι ότι θα ξεπεράσουν το δάσκαλο, κι ήδη κάποιοι δείχνουν δείγματα μιας προσωπικής γλώσσας μετά από αυτά που είπαμε εμείς οι προηγούμενοι. Αυτή είναι η συνέχεια της ζωής: πώς ο μαθητής θα ξεπεράσει το δάσκαλο – αν μπορεί. Ή μπορεί να κάνει κάτι παραπλήσιο, να μοιάζει αλλά να μην είναι το ίδιο.

Το Μαύρο Δάσος λοιπόν είναι η δική μου καταφυγή. Όταν θέλω να ηρεμήσω, να σκεφτώ, το μυαλό μου πηγαίνει προς τα κει, και όλα τα γεγονότα, όλα αυτά τα ανταμώματα και οι ωραίοι άνθρωποι, έχω την εντύπωση ότι περάσανε από το Μαύρο Δάσος. Είναι οι δικοί μου ήρωες. Αν και ξέρω πολύ καλά ότι ο Παράδεισος κι η Κόλαση πάνε χέρι-χέρι, από τότε για μένα ο Παράδεισος είναι το Μαύρο Δάσος. Γι αυτό και πολλές φορές επικαλούμαι το Μαύρο Δάσος. Τη χλόη του, τις οξιές… Έχει κάτι οξιές σαν κοριτσόπουλα δεκατριών-δεκατεσσάρων χρονών. Οι ντόπιοι τις λένε μπούκα, η λέξη προέρχεται από το μπουμπουνητό όταν καίνε τα ξύλα στη φωτιά. Η οξιά είναι ένα πανέμορφο κορίτσι. Ο ανθρωπομορφισμός στη φύση είναι ολόκληρο πανεπιστήμιο, είναι κάτι μαγικό, οι ευαίσθητοι άνθρωποι τα πιάνουν αυτά. Γιατί ο κόσμος είναι απέραντος. Κι αν ο κόσμος αυτός κατακτηθεί από τους εμπόρους, που είναι το απευκταίον, εμείς θα πάμε σε άλλο πλανήτη! Ο Άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να πάει σε άλλο αστέρι. Για να ξαναρχίσει τα ίδια πάλι…

Μιας που αναφερθήκαμε στον Εμφύλιο: Γιατί πιστεύετε πως αυτές οι πληγές δεν κλείνουν με τίποτα; 

Πιστεύω πως ο ελληνικός Εμφύλιος είναι μεγάλη τομή. Γιατί από τη μία πλευρά υπήρχε η εντολή των Συμμάχων να κρατηθεί η χώρα έξω από όλες αυτές τις επιρροές, κι από την άλλη πλευρά υπήρχε η διάθεση αυτή η χώρα να ελευθερωθεί. Τι κάναμε το ΄20 και το ΄30; Προσπαθήσαμε να υπάρξουμε. Από κει και πέρα πια, μείναμε υποχείριοι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου της εποχής εκείνης. Από τότε έχουμε χρέη, δεν έχουμε τώρα. Λίγες είναι οι κυβερνήσεις οι οποίες προσπάθησαν να φέρουν τα έσοδα και τα έξοδα κοντά. Η άλλη πλευρά λοιπόν προσπαθούσε, με αγαθές για μένα προθέσεις, να μην είναι προτεκτοράτο, να μην είναι μια ακόμα επαρχία της Ευρώπης.  Και δεν μιλώ για τα εγκλήματα, γιατί σε κάθε πόλεμο οι φόνοι γίνονται και από τις δύο πλευρές, και δεν ξέρω πόσο δικαιολογημένος είναι ο φόνος είτε από τη μία είτε από την άλλη. Εγώ καταδικάζω το φόνο από όπου κι αν προέρχεται. Όμως η Ελλάδα έχει τον πολιτισμό, έχει τις δυνάμεις, έχει τα δεδομένα να ευτυχήσει και να τρώει με χρυσά κουτάλια, που λένε. Και εν πάση περιπτώσει, να μην έχουμε αυτό το μπάχαλο που συμβαίνει σήμερα στη χώρα. Αυτή είναι η άποψή μου, και δεν βλέπω να πέφτω μακριά από την αλήθεια. Ένας πίνακάς μου λέγεται «Οι Δρόμοι του Πεσσόα». Αυτός ο αξιόλογος – όχι σπουδαίος για μένα – συγγραφέας έλεγε: Ο δικός μου Θεός δίνει στον άνθρωπο ευθείς δρόμους. Αυτούς να ακολουθήσουν για να φτάσουν σε ποθητά αποτελέσματα. Τώρα, ποιοι είναι γι αυτόν οι ευθείς δρόμοι… Ο πίνακας λοιπόν έχει τη σκάλα των χρωμάτων από το μαύρο στο μπλε, στο μωβ, στο κόκκινο κ.λπ., και πάνω-πάνω τη δική μου άποψη για τους δρόμους του Πεσσόα: ένα καραβάνι. Είναι οι δικοί μου άνθρωποι οι οποίοι ψάχνουν το ακόμα πιο πέρα. Γιατί ποτέ δεν τελειώνει η αναζήτηση.

Πάντα ψάχνουμε το καλύτερο. Όχι στα λόγια, αλλά και στην πράξη. Γιατί οι θεωρίες είναι σπουδαίες, η επανάσταση είναι εύκολο πράγμα όταν το απόγευμα επικρατεί, αλλά το βράδυ, όταν αρχίζουν και συγκεντρώνονται τα προβλήματα της επόμενης μέρας, τότε γίνεται δύσκολη. Άρα η εφαρμογή είναι αυτή που μετράει.

Μάρκος Μέσκος, Συνέντευξη στον Άρη Δημοκίδη

 





Ο σημαντικός Έλληνας ποιητής που πέθανε το 2019 σε ηλικία 84 ετών, ύστερα από μακροχρόνια πάλη με τον καρκίνο, είχε δώσει μια ειλικρινή και απροσποίητη συνέντευξη στον Άρη Δημοκίδη το 2009. 

 

Κύριε Μέσκο, είδατε την Ψυχή Βαθιά του Παντελή Βούλγαρη;

Την είδα.

Πώς σας φάνηκε; Σας ρωτώ όχι μόνο επειδή ο εμφύλιος απασχολεί και το δικό σας έργο, αλλά και επειδή στην αρχή και στο τέλος της ταινίας παρατίθενται δικοί σας στίχοι («Σε ποιον θάνατο πήγες. Περνούσε αεράκι από εκεί;» - «Στοχάσου: Πόσο κράτησε το Θαύμα˙ πόσον η κακιά Στιγμή!»).

Το φιλμ κάνει μια απόπειρα αναφοράς στον εμφύλιο - πρόκειται για μια σημαντική προσπάθεια αυτογνωσίας. Ο Παντελής Βούλγαρης έβαλε αυτό τον πόλεμο στο προσκήνιο πάλι. Δεν νομίζω ότι φιλοδοξούσε να κάνει λεπτομερή καταγραφή της ιστορίας, μιλάμε για μια δειγματοληψία του εμφυλίου. Αυτό που ήθελε να κάνει το κατάφερε. Κάποια πλάνα δεν με βρίσκουν σύμφωνο, υπάρχουν ιστορίες που έχουν βιωθεί από εμένα διαφορετικά - δεν μπορώ να μην τονίσω όμως την καλή του προαίρεση (με τη συμπαράσταση της γυναίκας του της Ιωάννας Καρυστιάνη). Είναι ένα κέρδος τελικά, και πρέπει να ξαναδούμε τα πράγματα απ' την αρχή - και σε βάθος.

Εσείς πάντως στο έργο σας δεν προσπαθείτε να είστε αμερόληπτος ή ουδέτερος με τον εμφύλιο...

Δεν βάζω στο ίδιο τσουβάλι τις δυο παρατάξεις. Δεν το έχω κάνει αυτό... Μεροληπτώ υπέρ του ηττημένου. Αλλά ξέρω ότι έγιναν σπουδαία πράγματα ανθρώπινης συνείδησης και τρυφερότητας και από την άλλη πλευρά. Δεν χαρακτήριζαν όμως την εξουσία αυτής της παράταξης, χαρακτήριζαν περιπτώσεις...

Γεννηθήκατε στην Έδεσσα και ζήσατε εκεί για πολλά χρόνια. Μετά η «εσωτερική μετανάστευση» σάς πήγε στην Αθήνα και δουλέψατε σε διαφημιστικά γραφεία.

Ήταν θέμα επιβίωσης. Δεν εισχώρησε η τέχνη μου εκεί, δεν ήθελα να αλλοτριωθώ. Απέρριψα μάλιστα και προτάσεις για να γίνω μέτοχος σε διαφημιστικές εταιρείες. «Ευχαριστώ», τους είπα, «θέλω απλώς να πληρώνομαι καλά. Τον υπόλοιπο χρόνο τον θέλω για αλλού, βγάζοντας την επαγγελματική σκόνη από πάνω μου». Έτσι κι αλλιώς, στη διαφήμιση με έστρεψε ένας καλός μου φίλος. Εγώ στην αρχή ήθελα να γίνω δάσκαλος - ο πατέρας μου δεν με άφησε. Ήθελα επίσης να γίνω αρχιτέκτονας, πάλι ο πατέρας μου δεν με άφησε. Πήρα κι εγώ τα μπογαλάκια μου κι έφυγα και προσπάθησα να χτίσω τη ζωή μου απ' την αρχή.

Ο πατέρας σας δεν σας άφησε να γίνετε δάσκαλος και αρχιτέκτονας...

Ήθελε να γίνω έμπορος, να ακολουθήσω το δικό του παράδειγμα. Αν ήταν δυνατόν. Μπορούσα να γίνω ποτέ έμπορος εγώ; Δεν είχα ποτέ καμία σχέση με το χρήμα!

Σας άφησε όμως να γίνετε ποιητής!

Δεν το ήξερε. Νομίζω ότι και μέχρι το τέλος της ζωής του δεν γνώριζε τι σημαίνουν όλα αυτά... Οι δικοί μου (με την εξαίρεση της μεγάλης μου αδερφής) δεν έμαθαν τι σημαίνει ποίηση, ποιο είναι το βαθύτερο μεράκι μου, το βαθύτερο μυστικό μου. Αλλά κι εγώ δεν επιδίωξα να γίνω φανερά γνωστός. Όχι μόνο στους δικούς μου - πολλές φορές άνθρωποι με ρωτούσαν τι σχέση έχω με τον Μάρκο Μέσκο τον ποιητή και έλεγα: «Είναι ξάδερφός μου, ο συνονόματος ξάδερφός μου». Δεν μπορώ να πω εγώ για τον εαυτό μου «εγώ είμαι ποιητής», είναι μεγάλη κουβέντα. Δεν προσήλθα στο ιερό της ποίησης για να αναγνωριστώ - ήταν ανάγκη ψυχής.

Δεν σας ενδιαφέρει η υστεροφημία;

Όχι, και δεν πιστεύω και στη μεταφυσική... Τώρα, αν αφήσουμε κάποια ίχνη καλώς, διαφορετικά...

Η ποίηση, κατά τη γνώμη σας, πρέπει να είναι χρήσιμη ή όμορφη; Γίνεται να είναι και τα δύο;

Αρκετά κείμενα από το τελευταίο μου βιβλίο (Στον Ενικό και Πληθυντικό ψίθυρο) αναφέρονται σ' αυτό ακριβώς το ερώτημα. Η ποίηση υπάρχει σαν ένας κρυμμένος θησαυρός στα αισθήματα των ανθρώπων. Είναι μια κρυμμένη ομορφιά, η οποία -σαν ένα τεράστιο μυστικό- καταφέρνει και εκμαιεύεται από κάποιους γραφιάδες, ποιητές. Εγώ πιστεύω ακράδαντα ότι η ποίηση είναι ένα από τα ουσιαστικά μεγέθη που προσδιορίζουν και τη ζωή και την έκφραση των όντων επί του πλανήτη Γη. Και, επιμένω να ισχυρίζομαι ότι, αν ο πλανήτης Γη μαυρίσει τελείως από τους επιχειρηματίες, από την αγορά, από όλα τα κακώς κείμενα, η ανθρώπινη φύση θα μεταναστεύσει σε άλλους πλανήτες - κάποτε. Και εκεί θα βρει τις καινούργιες αγκαλιές της, τις καινούργιες φωλιές της. Και εκεί θα εκφραστεί.

Αυτό το εννοείτε μόνο κυριολεκτικά ή και μεταφορικά;

Κυριολεκτικά. Το λέω και σ' αυτούς που υποστηρίζουν ότι έρχεται το τέλος της ιστορίας, το τέλος της ποίησης... Δεν είναι έτσι, κατά την ταπεινή μου γνώμη. Δεν τελειώνουν τα πράγματα, όσο υπάρχει ζωή θα υπάρχουν και η ομορφιά και η ποίηση και οι αναζητήσεις που ολοκληρώνουν τα όντα της Γης.

Ξέρω πως ζωγραφίζετε. Οι πίνακές σας συμπληρώνουν το ποιητικό σας έργο ή μήπως είναι το αντίβαρο σ' αυτό;

Δεν συμπληρώνουν οι πίνακες την ποίησή μου, είναι ένα υστερόγραφο σε χαρτιά, στα «αθώα λευκά χαρτιά» του Καρυωτάκη. Μόνο που εδώ έχουνε και χρώματα... Είναι μια αποφόρτιση. Όταν είμαι κουρασμένος και θέλω να ηρεμήσω, πιάνω τα χαρτιά και τα πινέλα και προσπαθώ να μπογιατίσω - ζωγράφος δεν δηλώνω. Ζωγραφίζω για μένα κυρίως, και για κάποιους φίλους.

Και, κυρίως, τοπία που έχετε δει;

Ναι. Ξέρω πολύ καλά αυτή την αναπνοή που βγάζουν πολλές φορές η βροχή, και το χιόνι, και η ομίχλη και η λιακάδα. Όλα τα τοπία, όμως, κρύβουν από πίσω τους μια ανάγκη - την ανάγκη να φανερώσουν (ή να κρύψουν) μια σκέψη, έναν συλλογισμό, ένα πρόβλημα.

Αναρωτιέμαι τι σας κράτησε -και κυρίως τι σας κρατάει ακόμα- εδώ, στη Θεσσαλονίκη...

Έφυγαν τα χρόνια καλέ μου φίλε, λιγοστεύει η ζωή μας... Το κονάκι το δικό μου είναι κάπου στην Άνω Τούμπα, οι φίλοι είναι εδώ και είμαι και κοντά στα δικά μου λημέρια, στο Βέρμιο, στο Καϊμακτσαλάν, στην Έδεσσα...

Είναι, τελικά, μια πόλη που εμπνέει ή μια πόλη που σκοτώνει την έμπνευση;

Η Θεσσαλονίκη είναι ένα τεράστιο εργαστήρι τέχνης. Είναι όμως κάπως υπόγειο όλο αυτό. Αυτά που φαίνονται στην επιφάνεια είναι τα διάφορα εξουσιαστικά κέντρα και οι διάφοροι πνευματικοί τρομοκράτες (ας μην τους ονομάσω τώρα). Η πόλη, όμως, είναι ιδεώδης τόπος για δημιουργία, για τέχνη. Ακόμα και τώρα. Πολλοί λένε ότι οι ποιητές και οι λογοτέχνες της πόλης μας τελείωσαν. Δεν είναι έτσι - η ζωή έρχεται πάντα και προσκομίζει νεότερους. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αρνητικά στην πνευματική ζωή της πόλης - δείτε τη δημοσιογραφική λογοτεχνία, όλο αυτό το δήθεν...

Και η καθημερινότητα; Η ποιότητα ζωής;

Η καθημερινότητα καθορίζεται από τους ανθρώπους με τους οποίους συναλλάσσεσαι. Όπως παντού, κι εδώ το σημαντικό είναι ο άνθρωπος - και οι επιλογές του.

Ισχύει δηλαδή αυτό που έγραψε ο Καβάφης για την πόλη που μας ακολουθεί, που είναι μέσα μας;

Ισχύει, βεβαίως ισχύει. Θα πρέπει ο άνθρωπος να αντέχει τη σιωπή του. Αν την αντέχει, θα είναι παντού καλά.

"Το αντίο"

 

Φύλλο ξερόφυλλο σαν πεταλούδα φθινοπωρινή πέφτοντας νανουρίζεται - στο καλό! στο καλό!

 

Ήταν δικό σου το αντίο

τύχη και μοίρα και ειμαρμένη

λέξη που κουδουνίζει σαν κάτι άλλο'

 

φύλλο φυλλαράκι γνωστό από τα παλιά

όχι ζούδι νεκρό μα προσδοκία

λευκής νιφάδας στο μέτωπό σου τώρα

που έγινες σιωπή και ποίημα και σκοτάδι

έγινες δύσβατο φως καθώς θερίζει την αιώνια ματαιότητα.

                                

 

_________

Ο Μάρκος Μέσκος γεννήθηκε στην Έδεσσα της Μακεδονίας το 1935. Εκεί οι εγκύκλιες και οι γυμνασιακές του σπουδές. Κατ' αρχάς στο εμπορικό κατάστημα του πατρός του και κατόπιν, 1965-1980, στην Αθήνα. Απεφοίτησε από το Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Σχολής Δοξιάδη Αθηνών το 1968. Εργάστηκε, μεταξύ άλλων εργασιών του ποδαριού, ως γραφίστας σε αρκετά διαφημιστικά γραφεία αλλά και επιμελητής εκδόσεων. Πολύ πριν, από το 1957, είχε συνδεθεί με τη συντακτική ομάδα του περιοδικού "Μαρτυρίες". Γράφει ποιήματα από το 1952. Συνεργάστηκε με ποιήματα, μελέτες και πεζογραφήματα σε πολλά περιοδικά. Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Από το 1981 είναι εγκατεστημένος στη Θεσσαλονίκη. Φίλος και συνιδρυτής της εκδοτικής ομάδας των "Χειρογράφων" ενώ από το 1987-1993 εργάστηκε ως υπεύθυνος των εκδόσεων της Α.Σ.Ε. Έχει τιμηθεί με το βραβείο ποίησης του περιοδικού "Διαβάζω" για τους "Χαιρετισμούς", 1995, και με το βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, το 2006, για το σύνολο του ποιητικού του έργου.

 

Χριστόφορος Μηλιώνης, Η αποκριά

 Μακριά σ’ ένα άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά

Μ. Σταχτούρης

Εκείνος ο χειμώνας ήταν ο πιο δύσκολος. Πάντα είναι δύσκολος ο χειμώνας στα Γιάννενα, με τις παγωνιές που κατεβαίνουν απ’ την Πίνδο, τους βοριάδες να σαρώνουν στις στέγες τις άδειες φωλιές των πελαργών, τη βροχή να χτυπάει μέρα νύχτα στο διπλανό λούκι, όλο το ίδιο τέμπο μήνες ολάκερους, κι έναν ουρανό τόσο χαμηλό και σκουντούφλη που λες και δεν πρόκειται να δεις ξανά το πρόσωπο του ήλιου. Γι’ αυτό λέω πως όσοι εξηγούν αλληγορικά το παλιό δίστιχο

Σ’ ούλο τον κόσμο ξαστεριά σ’ ούλο τον κόσμο ήλιος
και στα καημένα Γιάννενα μαύρη βροχή κι αντάρα

τάχα πως θέλει να πει για τη σκλαβιά -παρόλο που δεν έλειψε κι αυτή ποτέ- φαίνεται πως δεν την ξέρουν καλά αυτή την πόλη.

Όμως εκείνο το χειμώνα πραγματικά αγκομαχήσαμε. Στις επαρχίες έβραζε ο εμφύλιος κι είχαν κουβαληθεί μέσα λεφούσια οι ανταρτόπληκτοι, από Πωγώνια και Κόνιτσα μέχρι Ζαγοροχώρια, Τσαμουριά και Λάκα-Σούλι.

Φτάσαμε κι εμείς με μια στρατιωτική φάλαγγα, χωριάτες και φαντάροι, στοιβαγμένοι στην καρότσα του τζαίημς. Μπροστά πήγαιναν οι ναρκοσυλλέκτες που κάθε τόσο κατέβαιναν και ψάχνανε το δρόμο μ’ εκείνες τις ηλεκτρικές σκούπες, σπιθαμή τη σπιθαμή, έτσι που τα εξήντα χιλιόμετρα γίνανε ταξίδι ατέλειωτο. Οι γυναίκες κάνανε εμετό, ύστερα παραπονέθηκαν πως κρυώνουν κι οι φαντάροι κατέβασαν την τέντα. Μας πλάκωσε η μπόχα κι η μουγκαμάρα. Αργότερα ένας χωριάτης έπιασε κουβέντα με τους φαντάρους, τους είπε τα οικογενειακά του, ύστερα γύρισαν την κουβέντα σε τέσσερις γύφτους που ήταν μαζί μας, πού στο διάβολο πήγαιναν με τα όργανα τους τέτοιον καιρό που ο κόσμος καίγονταν κι αυτοί το χαβά τους, κι ο χωριάτης διηγήθηκε ένα περιστατικό:

Που λέτε, κίνησε τις προάλλες ένα γύφτος καβάλα στο γάιδαρο να πάει στα Ζαγοροχώρια για τράμπα, του καλού καιρού. Στο δρόμο πέφτει πάνω σε μια ομάδα. «Από πού είσαι;» «Απ’ τα καμποχώρια» «Πώς σε λένε;» «Φέζο, Φέζο και Γιάννη». Φέζο με το παλιό, Γιάννη με το καινούριο. «Γιατί βαφτίστηκες;» «Έτσι μας είπαν. «Και δεν μας λες, τον ρωτούν, με ποιους είσαι;» Κοιτάει τα καπέλα ο γύφτος να ιδεί κορώνα -ούτε κορώνα ούτε γράμματα. «Μετ’ εσάς», τους λέει. «Με ποιους;» «Μετ’ εσάς», τίποτε άλλο, ώσπου τον στήσανε στα έξι και πάει καλιά του. Οι φαντάροι γέλασαν: «Κι έτσι που λες, μπάρμπα, ούτε αυτός έμαθε ούτε οι άλλοι». Γυρίζει τότε ένας φαντάρος και ρωτάει το χωριάτη που έλεγε την ιστορία: «Να ήσουν εσύ τι θα ‘λεγες;» Εκείνος στην αρχή μαζεύτηκε, αλλά ξαφνικά φωτίστηκε και λέει: «Θα το ‘παιζα κορώνα γράμματα». Ο στρατιώτης όμως ήθελε να το διασκεδάσει και στράφηκε στον έναν από τους γύφτους, στο γέρο με τα κρεμασμένα μουστάκια και τη λιγδιασμένη τραγιάσκα: «Αλήθεια, γέρο, εσείς οι γύφτοι με ποιους είστε;». Εκείνος χαμογέλασε πονηρά, έγειρε στο πλάι το κεφάλι κι είπε όσο πιο κακομοίρικα μπορούσε: «Μετ’ εσάς». Χωριάτες και φαντάροι γέλασαν δυνατά. «Ε, τότε, λέει ο φαντάρος, παίξτε μας τον Εθνικό Ύμνο». Οι γύφτοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους: «Δεν κάνει, λέει ο γέρος, θα μας μαλώσει ο μεγάλος». Ο στρατιώτης επέμενε κι οι γύφτοι βγάλανε τα όργανα απ’ τις πάνινες θήκες κι άρχισαν να παίζουν το παλιό εμβατήριο του βασιλιά, «του αητού ο γιος», καθισμένοι πάνω σε μπόγους και καλάθια, ανάμεσα σε γυναίκες που είχαν κάνει εμετό και σφίγγανε στο στόμα τις άσπρες μαντίλες. Πάλι σταμάτησε η φάλαγγα. Κάποιος πλησίασε στο τζαίημς και φώναξε: «Σκασμός, το Χριστό σας. Πανηγύρι έχετε;» Πάψανε τα όργανα, οι γύφτοι κάτι μουρμούρισαν μεταξύ τους μ’ ένα ύφος που δήλωνε: «έχει δίκιο ο άνθρωπος», ένας στρατιώτης ανασήκωσε την τέντα του αυτοκινήτου. Δροσερός αγέρας και. υγρασία όρμησε μέσα στην καρότσα κι ανάδεψε τη μπόχα από βενζίνα, τυρόγαλο και ξινίλα. Είχε νυχτώσει κι έβρεχε. Κάποιος είπε: «μπήκε μπροστά ο ναρκοσυλλέκτης» κι όλοι μουγκάθηκαν ξανά. Και το τζαιημς ξανάρχισε μια να ρολάρει και μια να σταματάει μέσα σε νεκρική σιγή. Όταν φτάσαμε στα Γιάννενα, κόντευαν πια μεσάνυχτα κι έβρεχε για τα καλά.

Πήραμε τα χάνια με τη σειρά, διαλέγοντας πεζοδρόμια στεγασμένα, αλλά συχνά πάνω στη βιασύνη μας πέφταμε στα λούκια και τρώγαμε μαζεμένο όλο το νερό που είχαμε γλιτώσει. Δεν βρίσκαμε πουθενά να μείνουμε. Παντού πλήθος από πρόσφυγες που πάλευαν να χώσουν το κεφάλι στις θυρίδες των χανιτζήδων και παρακαλούσαν για μια κάμαρη, έστω για μια γωνιά στο χαγιάτι, να στρώσουν μια βελέντζα, γιατί είχαν μικρά παιδιά και θα πλευρίτωναν. Κι ολόγυρα οι γυναίκες να περιμένουν υπομονετικά, με τα μωρά που κλαίγανε στην αγκαλιά, καθισμένες πάνω στα συμπράγκαλά τους. Για καλό ξενοδοχείο δε γινόταν σκέψη, έτσι άφραγκοι που είχαμε φτάσει, άσε που και σ’ αυτά, όπως λέγανε, δεν υπήρχε ούτε διάδρομος αδειανός. Τελικά βολευτήκαμε στο «Πανδοχείον το Οικογενειακόν», όπου ο ξενοδόχος -ένας γέρος χοντρός που όλη τη μέρα τριγύρναγε με τις πιζάμες ανοιχτές και τις κοιλιές έξω, σούρνοντας στα πλακάκια τις παντούφλες -μας άφησε να κοιμούμαστε στρωματσάδα, και με το αζημίωτο, στην κάμαρη που κοιμόταν κι ο ίδιος με τη γριά του. Η νύχτα δεν έβγαινε εύκολα, τα σανίδια να σου τρυπούν τα κόκαλα, η γριά να ροχαλίζει με το σαγόνι κρεμασμένο και τα κίτρινα πλοκάμια των μαλλιών της απλωμένα ολόγυρα στο μαξιλάρι, ο γέρος να βήχει και να κλάνει. Κάναμε υπομονή, προσωρινά ήταν, και τη μέρα τρέχαμε απ’ το πρωί ως το βράδυ μήπως και βρούμε κάτι καλύτερο. Όσοι είχαν φτάσει πρώτοι, προλάβανε και πιάσανε τα εβραίικα του Κάστρου που ήταν τέσσερα χρόνια αδειανά και ρημάζανε. Γιόμισαν και τα σχολειά, που είχαν χτιστεί με τα κληροδοτήματα των φιλογενών Ζωσιμάδων και Καπλάνηδων. Έγινε τότε μια επιτροπή κι άρχισε τις επιτάξεις. Και καλά με τους Γιαννιώτες που είχαν τη ρετσινιά τους απ’ τον καιρό της Κατοχής, αυτοί άφηναν να τους επιτάξουν κι ένα και δύο δωμάτια χωρίς διαμαρτυρίες, συχνά συμμαζεύονταν πρόθυμα σε μια κάμαρη παραχωρώντας το υπόλοιπο σπίτι -«δε θ’ άφηναν τους ανθρώπους στο δρόμο» έλεγαν φιλάνθρωπα και με δισταγμό, μη και παρεξηγηθεί ο λόγος τους. Η δυσκολία ήταν με τους άλλους που είχαν σηκώσει ψηλά τη μύτη, γιατί και φόβο δεν είχαν κι όλο και κάποιον γνωστό διέθεταν στο Φρουραρχείο ή στη Νομαρχία, για να τους ακυρώσει την επίταξη. Κι επειδή στην περίπτωση αυτή τα πράγματα μπερδευόταν πιο πολύ, η επιτροπή υποχωρούσε όταν συναντούσε επίμονες αντιρρήσεις. Καθώς όμως τα πράγματα σφίγγανε, άρχισε κι αυτή να παίρνει πιο σκληρά μέτρα.

Η Επιτροπή λοιπόν Στεγάσεως Συμμοριοπλήκτων -αυτή ήταν η επίσημη ονομασία της- μας έστειλε πρώτα στο σπίτι του Ρ. του τραπεζίτη. Θυμάμαι ακόμα με τι δισταγμούς ανοίξαμε την καγκελόπορτα του κήπου και προχωρήσαμε ανάμεσα σε παρτέρια με αηδημητριάτικα που σαλεύανε απαλά κάτω απ’ την ψιλή βροχή. Βεράντες μ’ αναρριχώμενα, κολόνες στην πρόσοψη και κρυστάλλινη πόρτα. Χτυπήσαμε με πολύ σεβασμό το κουδούνι και περιμέναμε. Κάποιος μέσα έπαιζε πιάνο. Βγήκε τέλος η γυναίκα του τραπεζίτη με βυσσινιά ρόμπα και γαλάζια μαλλιά και μας έλουσε. Της είχαν κιόλας επιτάξει μια κάμαρη κι από τότε δεν όριζε το λουτρό της, δεν όριζε το βεσέ της. Αυτό το τελευταίο δεν ήξερα τι σημαίνει κι άργησα πολύ να το μάθω. Όλα αυτά τα χρόνια τριγύρναγε στη φαντασία μου τυλιγμένο στη μελωδία του πιάνου, σα σοκολάτα σε χρυσόχαρτο που με γοήτευε το ίδιο. Τα είπαμε στην Επιτροπή και της έστειλαν μια οικογένεια απ’ τα βλαχοχώρια κι έναν αγροφύλακα που παραβίασε την πόρτα με το λοστάρι και τους εγκατέστησε. Προσωπική λέει διαταγή του Φρούραρχου που είχε αγριέψει.

Όσο για μας, στεγαστήκαμε τελικά σ’ ένα δωμάτιο του κυρ Γιάννη του Πλιάτσικα, που βγήκε πως ήτανε νεκροθάφτης στην Περίβλεφτη. Το ασυνήθιστο επάγγελμα του δε μας άρεσε βέβαια, ήταν σαν να κοιμόμαστε δίπλα-δίπλα με το χάρο, αλλά δεν ήταν καιρός για πολυτέλειες. Άλλο έβλαφτε πιο πολύ: το δωμάτιο ήταν εσωτερικό, φτιαγμένο με τσατμά, ένας πρόσθετος χώρος που είχε γίνει για να χρησιμέψει ίσως σαν αποθήκη, χωρίς παράθυρα, μ’ ένα φεγγίτη ψηλά στη στέγη του, από όπου έμπαινε μονάχα ο θόρυβος της βροχής και του αγέρα, κι από φως ούτε κλωνί. Ήμασταν αναγκασμένοι να καίμε το ηλεκτρικό και την ημέρα. Κι ο νεκροθάφτης στην αρχή είχε αντιρρήσεις: «έχω κορίτσι κι έχετε αγόρι, δε βάζω μπελάδες στο κεφάλι μου», είπε και κοίταξε εμένα που καθώς έβγαινα από μια παιδική ηλικία κατοχική, υποσιτισμένος κι αχαμνός, δεν είχα ανάκαρα να σκεφτώ πως ίσως είχα μεγαλώσει. Όταν όμως ένας της Επιτροπής που μας συνόδευε και, σα Γιαννιώτης, φαίνεται πως ήξερε πρόσωπα και πράματα, του πέταξε πως ήταν κιόλας αρκετοί οι μπελάδες του κι αποκλείονταν ν’ αποχτήσει μεγαλύτερους, ο γέρος κατέβασε το κεφάλι κι είπε «εντάξει». Στην αρχή υποθέσαμε πως ήταν για την κόρη του, μια χοντροκομμένη κοπέλα με μαλλιά Γενοβέφας που της πέφτανε ως τα καπούλια. Κάτι θα ‘χε ακουστεί. Κι ωστόσο όλο το χειμώνα που μείναμε εκεί δεν ξεπόρτισε ούτε ώρα απ’ το πλυσταριό και την κουζίνα. Πάντως με τον καιρό το πράμα λησμονήθηκε. Κι ο νεκροθάφτης ημέρεψε σιγά-σιγά, μας άφησε μάλιστα να μαγειρεύουμε στην κουζίνα του με τη γκαζιέρα και μας χάρισε κι ένα μαγκάλι τενεκεδένιο ν’ ανάβουμε κάρβουνα. Τον συνηθίσαμε κι εμείς -κι αυτόν και τη δουλειά του.

Δεν είχε δα και τίποτε το ασυνήθιστο επάνω του. Ερχόταν με τα παπούτσια και τα χέρια λασπωμένα, σα να γύριζε απ’ το μποστάνι, πλένονταν στο τσίγκινο υπόστεγο, έλεγε καλησπέρα στις γυναίκες που ήταν στην κουζίνα κι έμπαινε μέσα ν’ αλλάξει. Στην αρχή δειλά, ύστερα συχνότερα, ξεθαρρεύτηκε κι άρχισε να μπαίνει τα βράδια στο δωμάτιο μας, για να μας κάνει συντροφιά καμιά ώρα. Στο τέλος κουβαλούσε μαζί του και το μπουκάλι με το τσίπουρο και μας κερνούσε. Τα πρησμένα μάτια του γινόταν τότε κόκκινα και γυάλιζαν πάνω στο φαρδύ πρόσωπο του, που μολονότι ήταν πάντα αξύριστο, είχε ωστόσο μια αθωότητα παιδική. «Πολύ πίνεις, κυρ Γιάννη, και δεν κάνεις καλά. Θα σε πειράξει» του λέγαμε. «Δε βγαίνει αλλιώς τούτος ο χειμώνας και με το χάρο πάνω απ’ το κεφάλι σου» απαντούσε με μια φωνή βραχνή, που έβγαινε μέσα από το στήθος που έβραζε, κι άπλωνε στο μπουκάλι το χέρι του, όλο ρόζους από την τσάπα και το φτυάρι. «Έπεσαν όλα μαζεμένα».

Μιλούσαμε φυσικά και για την κατάσταση, όχι βέβαια πολιτικά, που για τους πιο πολλούς είχαν απλοποιηθεί στο σχήμα: «οι μπουραντάδες -οι κατσαπλιάδες», αλλά για πράγματα πιο χειροπιαστά: τι θα μοιράσουν στους ανταρτόπληκτους, πότε θα γυρίσουμε στα σπίτια μας. Αλλά βέβαια κι αυτά τα καθημερινά μας ήταν δεμένα με τις επιχειρήσεις και κατά κάποιον τρόπο με τα πολιτικά. «Μην πιστεύετε τίποτε, έλεγε ο κυρ Γιάννης, όλα προπαγάντα είναι. Σας το λέω εγώ ο κυρ Γιάννης ο Πλιάτσικας και θα με θυμηθείτε». Κι ύστερα μας διηγόταν μιαν άλλη εκδοχή, εντελώς αντίθετη απ’ αυτή που εμείς είχαμε μάθει στο δρόμο απ’ τα κοπάδια των προσφύγων. Μόλις είχε έρθει από το ραδιόφωνο, που καθώς η φωνή του αυτή την ώρα -την ίδια πάντα- μόλις που περνούσε το φτενό μεσοτοίχι, καταλαβαίναμε πως μετέδιδε τη «Φωνή της Αλήθειας», μα δε λέγαμε τίποτα. Κι όταν άρχισαν οι μεγάλες μάχες στην Κόνιτσα και τ’ αεροπλάνα διάβαιναν χαμηλά και σαρώνανε την πόλη κάθε δευτερόλεφτο, εκείνος έμπαινε ξαναμμένος στο σπίτι χωρίς να πλυθεί στο υπόστεγο, έλεγε κοφτή την καλησπέρα στις γυναίκες κι αμπαρώνονταν. Σε λίγο κόπιαζε με το μπουκάλι: «Όλα προπαγάντα είναι, μη πιστεύετε, την Κόνιτσα την κρατάνε και θα την κάνουν πρωτεύουσα». Και μια φορά, πάνω στην έξαψη του απ’ το ρακί: «θα γίνει ο τάφος των μπουραντάδων» μας πέταξε αγριεμένος. Μονάχα όταν σταμάτησαν τ αεροπλάνα το πηγαινέλα και γέμισαν οι φυλακές του Φιξ και γίνανε παρελάσεις στην πλατεία, πικράθηκε και δεν μιλούσε. Πέσανε και τα στρατοδικεία, σαρανταοχτώ σε θάνατο με μια απόφαση. Κάθε πρωί, χαράματα, ακούγαμε το φορτηγό που περνούσε πάντα την ίδια ώρα και τους πήγαινε λίγους-λίγους στα νταμάρια. Πάγωσε ο κόσμος, έπαψε κι ο κυρ Γιάννης να πιάνει το βράδυ παράνομους σταθμούς, αραίωσε τις επισκέψεις του και τέλος έκοψε. Είχε μάλιστα ένα ύφος παρεξηγημένο σα να θεωρούσε υπεύθυνους εμάς για όλα αυτά. Κι όταν τύχαινε να σταυρωθούμε στην είσοδο και τον ρωτούσαμε τυπικά: «τι χαμπάρια κυρ Γιάννη;», «καλά, καλά» έλεγε βιαστικά. Μονάχα μια φορά προσπάθησε να χαμογελάσει: «Δόξα το θεό, η πλάτη μας να ‘ναι καλά κι ο χάρος».

Μ’ όλα αυτά βολευτήκαμε σ’ εκείνο το κουτούκι και το προσωρινό -όπως λογαριάζαμε στην αρχή- έγινε μόνιμο. Άλλοι ήταν χειρότερα. Όσοι δεν είχαν προλάβει να στεγαστούν στα σπίτια, μένανε σε ξύλινες παράγκες που τις περόνιαζε το κρύο, παλιοί νοικοκυραίοι και καινούριες πόρνες ανακατωμένοι. Τέλος πάντων σπρώχτηκε ο χειμώνας κι ας ήταν και ο πιο δύσκολος.

Κατά τις απόκριες καλοσύνεψε ο καιρός. Έκανε βέβαια κρύο ακόμα, συχνά το γύριζε στην παγωνιά, αλλά κόψανε εκείνες οι ατέλειωτες βροχές κι οι άνθρωποι άρχισαν να ξεχύνονται τα βράδια στην πλατεία και να σουλατσάρουν πάνω κάτω με αληθινή μανία. Κι οι φαντάροι να παίρνουν το κατόπι τις ανταρτόπληκτες που περπατούσαν πολλές μαζί πιασμένες αλαμπράτσο, ή να χαζεύουν μπροστά στους κινηματογράφους τις φωτογραφίες της Ντιάνα Ντάρμπιν και της Μαρίας Μοντέζ και ν’ ακούν απ’ το μεγάφωνο τα τραγούδια της Στέλλας Γκρέκα:

το μικρό το βαλσάχι που στο ρολόι αντηχεί

Στις δέκα περνούσε η «Θοδώρα», τρεις σαλπιχτές που σαλπίζανε το ανακλητικό, κι οι φαντάροι παρέες-παρέες ξεκόβανε απ’ τις ταβέρνες, τον «Κήπο του Αλλάχ», «Τα πέντε Φ.» και του «Αλέξη», και τραβούσαν για τους στρατώνες του Ακραίου και του Κάστρου τραγουδώντας αγκαλιασμένοι ρεμπέτικα, με το μπερέ περασμένον στην επωμίδα, όλο πρόκληση για τους στρατονόμους:

κάποια μέρα μες στη στράτα ξαπλωμένο θα με βρουν.

Κι ο κόσμος σκόρπιζε απ’ την πλατεία.

Το βράδυ της αποκριάς έγινε σωστό ξεφάντωμα. Στα πεζοδρόμια της πλατείας είχαν στηθεί πάγκοι με χάρτινα καπέλα, σερπαντίνες και χαρτοπόλεμο, κι οι νεαροί δεν είχαν αφήσει ούτε μια κοπέλα που να μη τη στολίσουν με τις μικρές πολύχρωμες πεταλουδίτσες, ακόμα και κάτι σταφιδιασμένες ανταρτόπληκτες από το παρα-Σούλι που φορούσαν τις μαύρες φορεσιές της επαρχίας τους. Κοντά τα μεσάνυχτα οι σουλατσαδόροι παίρνανε κατάκοποι το δρόμο για τα σπίτια. Τότε βγήκαν απ’ τις κοντινές ταβέρνες δυο-τρεις συντροφιές, αγόρια και κορίτσια, με χάρτινα καπέλα και ψεύτικες αποκριάτικες μύτες, και τραγουδώντας παράφωνα άρχισαν να χορεύουν σάμπα στη μέση της πλατείας. Μαζεύτηκε κόσμος γύρω τους και, στην αρχή δισταχτικά, ύστερα όλο και περισσότεροι, σχημάτιζαν ζευγάρια και μπαίνανε στο χορό. Το κέφι φούντωσε όταν ξεφύτρωσαν δύο κορνετίστες που συντονίσανε το ρυθμό κι έτσι μέσα σε λίγη ώρα όλη η κάτω πλατεία είχε γίνει μια μεγάλη πίστα χορού. Οι πιο πολλοί βέβαια ήταν ανίδεοι, ιδιαίτερα απ’ το χορό της σάμπας που τότε είχε αρχίσει να γίνεται της μόδας, προσπαθούσαν όμως να μιμηθούν με άγαρμπες κινήσεις εκείνους που φαίνονταν πως κάτι ήξεραν.

Άξαφνα έγινε μεγάλη ταραχή. Πολλοί παρατούσαν το χορό και τρέχανε προς το Φρουραρχείο, ρωτούσαν αυτούς που είχαν φτάσει και σηκώνονταν στις μύτες των ποδιών. Οι κορνετίστες σταμάτησαν κι ο χορός διαλύθηκε. Το πλήθος που μαζεύτηκε έκανε δρόμο να περάσει μια αποκριάτικη συνοδεία, δυο φαντάροι καβάλα σ’ ένα ξεσαμάρωτο γαϊδούρι, που λύγιζε τη μέση και τρέκλιζε από το βάρος. Κρατούσαν από ένα μπουκάλι και τραγουδούσαν βραχνά, τύφλα στο μεθύσι, τινάζοντας κωμικά τα πόδια τους που σβαρνίζονταν. Πίσω τους ένα τσούρμο δαιμονισμένα παιδιά τσιγκλούσαν με ξύλα το γάιδαρο και ξεφώνιζαν. Η πομπή σταμάτησε μπροστά στο Φρουραρχείο κι οι δυο καβαλάρηδες χτυπούσαν το ζώο να περάσει την πύλη, όπου ο σκοπός είχε ανοίξει με απόγνωση τα χέρια κι αγωνιζόταν να τους εμποδίσει. Το δύστυχο το ζώο, που ούτε μπρος μπορούσε να κάνει ούτε πίσω, ξαφνικά ξαμόλησε ένα απελπισμένο γκάρισμα που αντήχησε σ’ όλη την πλατεία σαν το σιωπητήριο της μπάντας, όταν κατέβαζαν τη σημαία, συνάμα στριφογυρνούσε τα καπούλια του, ενώ οι δυο φαντάροι πάσχιζαν να ισορροπήσουν στη ράχη του και φώναζαν αγριεμένοι στο σκοπό: «κάνε δρόμο, κουραμπιέ». Στο μπαλκόνι του Φρουραρχείου πρόβαλε ο Φρούραρχος με αξιωματικούς του επιτελείου κι ένας αξιωματικός κατέβηκε τρεχάτος την εξωτερική σκάλα. Οι καβαλάρηδες πεζέψανε και κρατώντας τώρα το σβέρκο του ζώου, ένας δεξιά κι άλλος ζερβά, κατάφεραν να σταθούν προσοχή και να χαιρετήσουν. Κάτι ανάφεραν μ’ επισημότητα, αλλά πέρα από ένα λαμβάνω την τιμήν, στρατηγέ μου, τα παρακάτω πνίγηκαν στις φωνές που έβαλε η μαρίδα. Ένας φαντάρος πήρε το ζώο και χτυπώντας το με την παλάμη στα καπούλια το οδήγησε πίσω από το κτίριο. Οι δυο μεθυσμένοι ακολουθώντας τον αξιωματικό ανέβηκαν στη σκάλα και πριν να μπουν σταμάτησαν μια στιγμή και χαιρέτησαν θριαμβευτικά το πλήθος που χειροκροτούσε και ζητωκραύγαζε. Κι άξαφνα ο ένας απ’ τους δυο έχωσε το χέρι στο σακίδιο που είχε κρεμασμένο στην πλάτη και σήκωσε ψηλά ένα ανθρώπινο κεφάλι κρατώντας το απ’ τα μακριά μαλλιά του. Οι άνθρωποι κάτω παγώσανε κι η βουή κόπηκε με το μαχαίρι. Αξιωματικός και φαντάροι εξαφανίστηκαν στο άνοιγμα της θύρας κι ο Φρούραρχος με τους επιτελικούς αποσύρθηκαν κι αυτοί και κλείσανε τη τζαμόπορτα του μπαλκονιού τραβώντας πίσω τους τα βυσσινιά παραπετάσματα.

Στόμα το στόμα μαθεύτηκε πως οι δυο μεθυσμένοι, φαντάρος και δεκανέας, ήταν ενέδρα την περασμένη νύχτα. Πήγε μια ομάδα αντάρτες να βάλουν νάρκες στο δρόμο και χτυπήθηκαν. Οι άλλοι πρόλαβαν και χάθηκαν στο σκοτάδι. Απόμεινε ο αρχηγός τους ξαπλωμένος στον όχτο και φώναζε πως παραδίνεται και να πάνε να τον πάρουν, γιατί είναι χτυπημένος. Ο δεκανέας είπε να σταματήσουν, πήρε το φαντάρο κι ένας από δω άλλος από κει ζυγώσανε εκεί που ακούγανε τη φωνή. Μια ριπή από αυτόματο χύθηκε πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Μόλις που πρόλαβαν να πέσουν χάμου κι ο δεκανέας τίναξε τη χειροβομβίδα. «Το ρουφιάνο, είπε, παραλίγο να μας φάει». Του πήρε το κεφάλι να το φέρει ο ίδιος στο Φρουραρχείο και μπαίνοντας το πρωί στην πόλη μαζί με το σύντροφο του στρώθηκαν στην πρώτη ταβέρνα ως το βράδυ. Βάλανε και τα όργανα και χορεύανε. Ύστερα βρήκαν το γάιδαρο και στοιχημάτισαν να μπουν καβάλα στο Φρουραρχείο, ξέροντας πως οι στρατονόμοι θά ‘καναν τα στραβά μάτια, γιατί καθώς αυτοί ήταν βολεμένοι στην ασφάλεια της πόλης, δεν τολμούσαν να τα βάλουν μ’ αυτούς που έρχονταν απ’ έξω και παίζανε το κεφάλι τους κάθε λεφτό. Αυτά λέγανε στην πλατεία και σκορπίζανε. Και μερικοί δεν έλεγαν τίποτε, μόνο γυρίζανε με το κεφάλι σκυμμένο.

Την ίδια νύχτα, κοντά να φέξει, ακούσαμε που χτυπούσαν δυνατά την εξώπορτα του νοικοκύρη μας. Απ’ το λεπτό μεσοτοίχι ακούστηκε το κρεβάτι που έτριξε, ύστερα σιγανές κουβέντες και ξανά χτυπήματα στην πόρτα. «Τώρα, τώρα» φώναζε ο κυρ Γιάννης και πήγαινε ν’ ανοίξει σέρνοντας τα πόδια του. «Το Φρουραρχείο» είπε όταν γύρισε. «Με ζητούν να πάω». Κι η φωνή του έτρεμε. Πάλι ακούστηκαν ψιθυρίσματα, αυτή τη φορά με αναφιλητά, κι ύστερα έκλεισε η πόρτα κι έγινε πάλι ησυχία. Ήταν ακόμα νύχτα, δεν ήταν σωστό να σηκωθούμε και να ρωτάμε και να κάνουμε φασαρία τέτοιαν ώρα. Καθένας είχε τις έγνοιες του, ας κάναμε πως δεν ακούσαμε τίποτε κι όταν ξημέρωνε, θα βλέπαμε. Και κοιμηθήκαμε ξανά.

Όταν όμως ξημέρωσε, δε φάνηκε κανένας, μήτε στο πλυσταριό μήτε στην κουζίνα. Το σπίτι ήταν σιωπηλό όλη την ημέρα, τόσο που υποθέσαμε πως οι νοικοκυραίοι μας λείπανε, πως ίσως είχαν πάει σε τίποτε συγγενείς για την Καθαρή Δευτέρα. Μόνο κατά το βράδυ κάτι ακούστηκε απ’ το γωνιακό δωμάτιο, κάτι σαν κλάμα σιγανό, σαν πνιχτό παράπονο, αλλά δεν ήταν δυνατό, κάτι λάθος θα κάναμε ή ίσως τα ποντίκια που συχνά έπαιζαν κυνηγητό στις αστρέχες και κάτω απ’ τα παλιά πατώματα είχαν βρει ευκαιρία τώρα που λείπανε οι άνθρωποι και βατεύονταν ανενόχλητα μες στις καμάρες.

Την Τρίτη το μεσημέρι έπεσα πάνω σε μια γειτόνισσα που είχε σηκωθεί στις μύτες των ποδιών της και προσπαθούσε να ιδεί μέσα απ’ το παράθυρο του δρόμου. Τη ρώτησα ποιόν ζητούσε. «Δεν πήρατε είδηση εσείς;» με ρώτησε ψιθυριστά. «Ή κάνεις πως δεν ξέρεις;» Της είπα πως δεν ξέραμε τίποτε. Ήρθε τότε πιο κοντά: «Χτες τα χαράματα καλέσανε το γέρο να γνωρίσει το κεφάλι του γιου του που ήταν αντάρτης, καπετάνιος, και σκοτώθηκε την παραμονή της αποκριάς. Του το δώσανε να το θάψει και κανείς μη μάθει τίποτε…». Κι έκλεισε την κουβέντα της μονολογώντας: «Τι τα ‘θελαν τα πολιτικά, φτωχοί άνθρωποι…».

Την άλλη μέρα οι νοικοκυραίοι μας ξαναφάνηκαν στις συνηθισμένες δουλειές τους: η γυναίκα στην κουζίνα, η κοπέλα στο πλυσταριό κι ο κυρ Γιάννης να φεύγει σκυφτός για τη δουλειά του. Αυτή τη φορά δεν ανοίξανε το στόμα τους μήτε για ν’ απαντήσουν στην καλημέρα μας. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα κι εμείς κάναμε πως δεν καταλάβαμε. Φροντίσαμε μονάχα να βρούμε μια παράγκα ντυμένη με πισσόχαρτο και μετακομίσαμε σε λίγες μέρες. Έστω προσωρινά. Εξάλλου είχε περάσει ο βαρύς χειμώνας κι ελπίζαμε πως κάτι θα γινόταν ως του χρόνου.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα 2025

  ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ   Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκ...